«Αρκαδία χαίρε»!!

O σκηνοθέτης της μνημειώδους «Αγελάστου πέτρας» Φίλιππος Κουτσαφτής επιστρέφει με ένα νέο ντοκιμαντέρ που αφορά την Αρκαδία και μιλά για τη σημασία της μνήμης και της ανακάλυψης της ιστορίας ενός τόπου που είναι μέρος της αναζήτησης ταυτότητας

«Σε καμία περίπτωση ένας σκηνοθέτης δεν πρέπει να λέει κάτι περισσότερο από το έργο του» θα μου πει ο Φίλιππος Κουτσαφτής στο σπίτι του, στου Γκύζη, όπου τον συνάντησα με αφορμή την τελευταία δημιουργία του, το ντοκιμαντέρ «Αρκαδία χαίρε». «Δεν είμαι καθόλου καλός σε αυτά» συνέχισε αναφερόμενος στην προώθηση της ταινίας του μέσω αυτής της συνέντευξης. «Με την «Αγέλαστο πέτρα» με ρωτούσαν «γιατί στην Ελευσίνα; Πώς βρέθηκες εκεί;». Ενα ερώτημα που δεν έχω απαντήσει ακόμα. Θεωρώ ωστόσο ότι αν αυτό δεν έχει απαντηθεί μέσα από την ταινία δεν έχει νόημα να πω κάτι παραπάνω…».
Με άλλα λόγια, ο Φίλιππος Κουτσαφτής δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός σε ό,τι αφορά την κουβέντα γύρω από το έργο του. Προτιμά να μιλά το ίδιο το έργο του. Και αν πάμε πίσω 15 περίπου χρόνια, όταν ο Κουτσαφτής, κατ’ αρχάς διευθυντής φωτογραφίας (ο οποίος είχε σπουδάσει μηχανολόγος), απεδείχθη εξαιρετικός ντοκιμαντερίστας με την «Αγέλαστο πέτρα», θα δούμε ότι δεν είχε καταβάλει ελάχιστη προσπάθεια τότε για τη διαφήμισή της. Παρ’ όλα αυτά, με λίγη πίεση μπορεί να αναπτύξει κάποιες σκέψεις και το μυαλό του είναι πραγματικά σπάνιο σε ό,τι αφορά την ελληνική κινηματογραφία.
«Η Αρκαδία παραπέμπει σε έναν κόσμο πριν από το προπατορικό αμάρτημα, όταν ο έρωτας ήταν άδολος» ακούμε τον ίδιο να αφηγείται πάνω από τις εικόνες του ντοκιμαντέρ «Αρκαδία χαίρε» που μετά την πρεμιέρα του στο φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο, απέσπασε προσφάτως το βραβείο κοινού στο τελευταίο φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας.
Εικόνες από τον τόπο τού σήμερα συνδυάζονται με την πλούσια ιστορία του νομού και στοιχεία της μυθολογίας εμπλέκονται εμπνευσμένα με αποσπάσματα από τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ. Η μάχη της Μαντίνειας και ο Επαμεινώνδας δίπλα στη γιαγιά που δουλεύει το στάρι, το Παλλάντιο με τους πρώτους οικιστές της Ρώμης, δίπλα στη μετανάστρια από τη Βουλγαρία που αγαπά την Αρκαδία επειδή της θυμίζει τη δική της πατρίδα. Ακούγονται λέξεις που δεν συναντώνται πλέον, όπως το «σκαπετάω» που σημαίνει κάποιος που χάνεται από τα μάτια μας ή έχει απομακρυνθεί τόσο που δεν ακούμε πια τη φωνή του. Θραύσματα εικόνων καταλήγουν σε ένα πολύ συγκινητικό, πολύ μεστό και σε αρκετά σημεία πολύ ποιητικό σύνολο («Ακόμη και στον θάνατο υπάρχει Αρκαδία» ακούμε επίσης) όπου το κείμενο με την πολύ ζεστή φωνή του σκηνοθέτη συχνά κλέβει την παράσταση.
«Μπήκα σε αυτή τη διαδικασία για αυτό που μένει στο τέλος, που είναι αυτή η περιπέτεια της γνώσης» θα μου πει ο Κουτσαφτής. «Κατ’ αρχάς της δικής μου. Ευτύχημα αν αυτή η γνώση μεταφέρεται και στους άλλους».
Η Αρκαδία «μου» πριν από το ντοκιμαντέρ
«Δεν ήξερα πολλά πράγματα (για την Αρκαδία), αν και η αλήθεια είναι ότι πριν από 15 χρόνια είχα δουλέψει ως διευθυντής φωτογραφίας στην ταινία «Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία» του Αλέξανδρου Παπαηλιού. Είχαμε πάει σε αρκετά μέρη της, όχι τόσο όμως στην περιοχή όπου δούλεψα εγώ στο «Αρκαδία χαίρε». Εκείνη ήταν η μόνη φορά που είχα ταξιδέψει στην Αρκαδία συστηματικά. Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στην Αρκαδία που δεν το συναντάς εύκολα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι όλο αυτό το φορτίο του μύθου και της ιστορίας που κουβαλά αυτός ο τόπος σε συνδυασμό με τον ίδιο τον χώρο».
Η Αρκαδία «μου» μετά το ντοκιμαντέρ

«Ανεξάρτητα από την πρώτη εντύπωση, έχω δαπανήσει αρκετά χρόνια, έξι τουλάχιστον, στην Αρκαδία για το «Αρκαδία χαίρε». Δεν είναι απλώς ένας τόπος που έχω επισκεφτεί μερικές φορές και μου έχει κάνει εντύπωση. Υπάρχει ένα εσωτερικό βίωμα από πίσω που όμως δεν μπορώ να το ορίσω και που δεν έχει μεγάλη σημασία να το πει κανείς στους αναγνώστες. Περισσότερη σημασία έχει αν θα το βρει ο αναγνώστης ως θεατής βλέποντας την ταινία. Ουσιαστική Αρκαδία «μου» είναι η ταινία μου».
Τόπος

«Ενας τόπος με γοητεύει όπως είναι σήμερα· αυτό που μεταφέρει από την Ιστορία, από τη μυθολογία, από όλο αυτό το πράγμα που είναι οι περισσότεροι τόποι στην Ελλάδα – χοντρικά μιλώντας. Η Αρκαδία έχει αυτό το αγιογραφικό τοπίο που είναι ιδιαίτερο, σε σχέση με άλλους τόπους που είναι πεδινοί, ή εν πάση περιπτώσει διαφορετικοί. Σε κάθε περίπτωση το να ανακαλύψεις την ιστορία ενός τόπου είναι μέρος της αναζήτησης της ταυτότητας».
Λόγος

«Αν και παραδόξως ανήκω στους ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να γράψουν μια κάρτα, ένα μέρος των κειμένων (που ακούμε στην ταινία) είναι από τα ημερολόγια των γυρισμάτων. Κρατώ σημειώσεις στα γυρίσματα για να θυμάμαι τι γίνεται κάθε μέρα. Στην Ελευσίνα, για παράδειγμα, τραβούσα το φιλμ αλλά επί πέντε χρόνια δεν είχα τη δυνατότητα να δω τι τραβούσα. Προσπαθούσα λοιπόν να κρατήσω κάποιες σημειώσεις για να μη χαθώ εκ των υστέρων. Εκεί όμως διαπίστωσα ότι προσπαθώντας να γράψεις κάποια πράγματα τα οποία έχεις ήδη καταγράψει με άλλο τρόπο, το φιλμ για παράδειγμα, «φωτίζεις» άλλες πλευρές του ιδίου πράγματος. Ακόμη και μια λέξη μπορεί να σου ανοίξει άλλες πόρτες».
Αφήγηση

«Επειδή το κείμενο στο «Αρκαδία χαίρε» είναι εν πολλοίς προσωπικό, μπήκα στον πειρασμό να το αφηγηθώ ο ίδιος. Το ίδιο είχα κάνει και στην «Αγέλαστο πέτρα». Δεν ξέρω αν έτσι νιώθω ασφαλέστερος αλλά σίγουρα βγάζω μια εικόνα που δεν είναι δική μου καθώς είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων. Προτιμώ να ακούω παρά να μιλάω.
Αποχωρισμοί

«Ενα πολύ σημαντικό μέρος του υλικού στο «Αρκαδία, χαίρε» είναι εκτός ταινίας. Στο μοντάζ βρίσκεσαι κάποια στιγμή σε αυτή την πολύ άβολη θέση όπου οι δυόμισι – τρεις ώρες πρέπει να γίνουν μιάμιση. Αρα, χωρίς αμφιβολία, πρέπει να αποχωριστείς κάποια πράγματα. Το υλικό υπάρχει βέβαια και αν κατορθώναμε να συνεννοηθούμε με τη Δημόσια Τηλεόραση θα μπορούσε να γίνει μια σειρά επεισοδίων – με την ταινία ως πιλότο. Γιατί η ελληνική τηλεόραση δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί έναν τόπο πέντε – έξι χρόνια για να φτιάξει κάτι».
Η αγάπη για τους κλασικούς

«Με γοητεύει η αρχαιότητα, με γοητεύει κάτι αλλά δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν έχω σπουδάσει κάτι συναφές, μηχανολόγος σπούδασα στα χρόνια της νεότητας. Με ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω».
Επιτυχία

«Η επιτυχία της «Aγελάστου πέτρας» ήταν πολύ μεγάλη και έφερε πολλά μαζί της. Εφερε άγχος, έφερε και απελευθέρωση. ‘Η καλύτερα έκλεισα όλο αυτό που έλεγε ο Αντι Γουόρχολ ότι για όλους τους ανθρώπους αντιστοιχεί ένα πεντάλεπτο δημοσιότητας. Εκλεισα αυτόν τον λογαριασμό, για να μην πω ότι αυτό ήταν δεκάλεπτο, όχι πεντάλεπτο. Δεν υπάρχει παρακάτω».
Ζάκρος

«Εχω ξεκινήσει να καταγράφω κάποιο υλικό στη Ζάκρο, στο νοτιοανατολικό άκρο της Κρήτης. Το μινωικό ανάκτορο ανακαλύφθηκε από έναν σπουδαίο έλληνα αρχαιολόγο, τον Νικόλα Πλάτωνα. Εδώ και περίπου 25 χρόνια (πριν από την «Αγέλαστο πέτρα») γυρίζω πλάνα. Παρακολουθώ όμως τις αρχαιολογικές εξελίξεις και ταυτόχρονα ένα μικρό χωριό με το όνομα Ζάκρος, πέντε χιλιόμετρα πιο πάνω από το ανάκτορο. Το υλικό είναι τεράστιο αλλά δεν έχει σημασία. Το πιο σημαντικό είναι να βρεις έναν δρόμο για να αφηγηθείς μια ιστορία».
Μνήμη

«Η μόνη μας περιουσία. Τελεία. Ενα μέρος της δουλειάς που προσπαθώ να κάνω σχετίζεται με το πώς διαχειρίζεται κανείς τη μνήμη. Στην Ελευσίνα ήταν κάπως πιο έντονο γιατί εκεί ξεκίνησα πραγματικά να κινηματογραφώ τις σωστικές ανασκαφές. Σε ένα οικόπεδο, για παράδειγμα, αποκαλύπτονταν αρχαία, στη συνέχεια τα αρχαία έφευγαν και στο ίδιο σημείο κτιζόταν ένα κτίριο. Κατά συνέπεια ό,τι υπήρξε σε εκείνον τον χώρο δεν θα υπήρχε έπειτα από έξι μήνες όταν θα τελείωνε η διαδικασία. Αυτό γίνεται όπου υπάρχει ζωή πάνω σε αρχαίες πόλεις και κυρίως έγινε στην Αθήνα της ανοικοδόμησης των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70. Τα στοιχεία που κρατούνταν ήταν πολύ ελλιπή».
Το μεγάλο στοίχημα

«Δεν αρκεί να τραβήξεις κάποιες εικόνες· πρέπει αυτό στη συνέχεια να μεταγραφεί για να γίνει μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο. Αυτό είναι πολύ δύσκολο. Αυτό είναι το στοίχημα. Θα μου πείτε, χρειάστηκε μια δεκαετία για την «Αγέλαστο πέτρα». Δεν έχει σημασία. Αυτά είναι πολύ μικρά πράγματα. Ούτε έχω κατά νου να αφήσω κάποια τεράστια παρακαταθήκη ταινιών. Ο Ηρόδοτος το είπε πολύ καλά με τρεις λέξεις: «θεωρίης είνεκεν εκδημείν», από την ανάγκη να βλέπω τον κόσμο έφυγα από την πατρίδα μου».
Γυρίσματα στην Αθήνα

«Το 1987, πολύ προτού πάω στην Ελευσίνα, είχα κάνει τη μικρού μήκους ταινία «Σεμνών Θεών» στον Κολωνό. Διαρκεί μόλις 25’ και επίσης καταγράφει μια σωστική ανασκαφή· ένα μεγάλο δημόσιο έργο στην οδό Λένορμαν όπου είχε βρεθεί ένα τεράστιο νεκροταφείο που βυθίζεται κάτω από την Κωνσταντινουπόλεως. Είναι μια ταινία αρκετά αμήχανη, δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί όλα αυτά τα ζητήματα που από τότε έμπαιναν επιτακτικά στη ζωή μας. Αλλά αυτή ήταν η ταινία που μου έδωσε την ιδέα της «Αγελάστου πέτρας», να επεξεργαστώ την ιδέα για το πόσο ενδιαφέρον θα ήταν να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη μιας πόλης μέσα στον χρόνο. Ετσι εστιάστηκε η Ελευσίνα που τότε δεν ήταν τόσο της μόδας όσο είναι σήμερα. Θα πρέπει επίσης να πω ότι σήμερα, με τη «Σεμνών Θεών» καταλαβαίνεις την αξία της μνήμης που λέγαμε πιο πριν. Σε μια συνέντευξη που οι δυο αρχαιολόγοι έδωσαν σε κάποιο έντυπο αρκετά χρόνια μετά, όταν ρωτήθηκαν «και από όλα αυτά τι έμεινε;» απάντησαν: Δεν έμεινε τίποτε, εκτός από μια ταινία που γύρισε ο Κουτσαφτής».
Αίγινα

«Πριν από τέσσερα χρόνια αρχίσαμε να καταγράφουμε ανασκαφές στην Αίγινα γιατί αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν επαναλαμβάνεται. Είναι μια ταινία που πραγματεύεται την τεράστια ιστορία της Αίγινας, από τη μέση εποχή, τη λεγόμενη του Χαλκού, που δεν υπήρχε η Αθήνα και η Αίγινα ήταν ένα από τα πολύ μεγάλα κέντρα όλου του Αιγαίου. Θα ακολουθήσει η πολύ μεγάλη φάση που έχει στην αχαϊκή εποχή με τον Ναό της Αφαίας και αυτά τα φοβερά γλυπτά που σώζονται στο Μόναχο σε πολύ καλή κατάσταση. Μετά έρχεται η καταστροφή της Αίγινας από την Αθήνα. Βέβαια τον ιστό της ταινίας τον ψάχνουμε ως την τελευταία στιγμή που η ταινία θα βρίσκεται στο μιξάζ. Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Το ντοκιμαντέρ είναι ένα εντελώς χειροποίητο πράγμα. Κάθε τόπος θέλει το δικό του βάσανο και κυρίως να μπορέσει να βγει το αίσθημα του τόπου».
Υπομονή

«Είναι πολύ μεγάλα ζητήματα όλα αυτά. Κακώς τα φέραμε στα μέτρα μας και υποβαθμίσαμε λίγο τα πράγματα. Η Ελευσίνα είναι πολύ μεγάλο θέμα. Η Αρκαδία επίσης. Η Αίγινα επίσης. Θέλει περισσότερη δουλειά πάνω τους. Περισσότερη υπομονή. Εμείς στις προηγούμενες δεκαετίες τα βάλαμε στα μέτρα μας, μέσα σε μια εποχή αυταρέσκειας που δεν βλέπαμε παρακάτω».
πότε & πού:

H ταινία «Αρκαδία χαίρε» προβάλλεται από την Πέμπτη 15/10 στις αίθουσες της Αθήνας Ααβόρα και Ταινιοθήκη (Λαΐς) και στο Ολύμπιον Θεσσαλονίκης. Είναι παραγωγή του Κοινωφελούς Ιδρύματος Μιχαήλ Ν. Στασινόπουλος – ΒΙΟΧΑΛΚΟ

 

ΠΗΓΉ

Advertisements