228319-123065621248995900

Ένα σούρουπο την ώρα που ο ήλιος αλλάζει βάρδια στη γη κι αφήνει πίσω του σκοτάδι καβάλησα την μοτόρα και πήγα στην άκρη του νησιού. Τα άνθη των δέντρων στόλιζαν το δρόμο με μοσκοβολιές. Ανέβηκα στα βράχια από κεί που έκανα βουτιές. Φυσούσε ο αγέρας κι έσπρωχνε την θάλασσα με δύναμη στα βράχια. Αυτός ο ήχος με ξεκουράζει. Αδειάζει το μυαλό μου. Στάθηκα για ώρα ακίνητος. Έκλεισα τα μάτια μου και σήκωσα τα χέρια μου σε σχήμα αγκαλιάς. Σε λίγη ώρα η αλμύρα με είχε λούσει.

Πέρασαν στιγμές της ζωής μου από μπροστά μου. Με είδα παιδί να ακούω τα παραμύθια της πολυαγαπημένης γιαγιάς και τα πειράγματα που την έκαναν ώρες ώρες να χάνει την υπομονή της και να πηγαίνει στο δωμάτιό της ή άλλες απλά να ανταποδίδει. Με είδα να τρέχω με το ποδήλατο, να ματώνω τα γόνατά μου απ’το κυνηγητό, να εξερευνούμε με τ’ αλλα παιδιά το εγκαταλελειμμένο σπίτι στο στενό και να οργιάζει η φαντασία μας για μια τρομακτική γριά φαφούτα που τάχα μένει εκεί. Θυμήθηκα πως παίζαμε ώρες χιονοπόλεμο όταν ξυπνούσαμε κι έξω ήταν όλα λευκά. Με είδα τις μέρες του Πάσχα να συναντιόμαστε στην εκκλησία με φίλους και να σκαρώνουμε χίλιες δυο ζαβολιές όσο διαρκούσαν οι ψαλμωδίες. Εικόνες από την κατασκήνωση, από το σχολείο από τη σχολή…κι άλλες πολλές θυμησές! έφτασαν στα αυτιά μου γέλια, φωνές, λύπες, χαρές, ζουζουνίσματα, κατορθώματα και απώλειες των περασμένων χρόνων. Τότε που δεν πονούσες και δεν κρατούσες καμιά κακία. Που έδινες το χέρι και λέγατε φίλοι; ναι φίλοι! και ξεκινούσες να κυνηγιέσαι πάλι και να χαίρεσαι την παρουσία του διπλανού σου στη ζωή σου ό,τι κι αν είχε συμβεί.

Πόσες φάσεις και στιγμές περνά ένας άνθρωπος που κανείς δεν ξέρει. Μέρα, νύχτα για χρόνια παλεύει με τον εαυτό του με τους γύρω του. Με μια χούφτα ήλιο και μια χούφτα γη και μια θάλασσα φτιάχναμε τον καμβά της ζωής μας. Με χαμόγελα και δάκρυα πλέναμε το πρόσωπό μας και κινούσαμε για μέρες γενναίες, δίχως φόβους, κούραση, στεναχώριες. Αυτή η ξελογιάστρα δύναμη ξαναζωντάνεψε στις μνήμες μου. Αυτό το ατίθασο πνεύμα που απ’ τα στήθη ξεπροβάλλει πλάθοντας μια ζωή όχι στο περίπου, αλλά γεμάτη ανατροπή, αέναη κίνηση, δημιουργία, που εναντιώνεται στην ανθρώπινη φθορά με πνοή θεϊκή και σε ανανεώνει. Αυτή η δύναμη είχε θαφτεί, είχε σκεπαστεί με την πάροδο των χρόνων. Με την σκληρή πραγματικότητα που καλείσαι να ακολουθείς μεγαλώνοντας για να τα βγάλεις πέρα και να σταθείς όρθιος σε τούτον τον ντουνιά. Καρδιά μου καημένη πως βαστάς και δε ραγίζεις στον ψεύτη ντουνιά τόση απονιά που αντικρύζεις. Κι όσα δεν άκουσες κι όσα δεν είπες έμειναν εκεί.

Θυμήθηκα πως είναι να κάνω όνειρα. Τώρα μένει να δω αν θα καταφέρω να περάσω στην εφαρμογή των ξεχασμένων δυνατοτήτων. Άρχισε να βρέχει…αφήνω τα χέρια μου κάτω, παίρνω μια βαθειά αναπνοή που γέμισε το είναι μου φρέσκο αέρα. Είχε πια βραδιάσει. Επέστρεψα. Όλη νύχτα έβρεχε. Και ήταν σα να ξέπλενε τη λάσπη που χε καλύψει τα σκαλοπάτια της ψυχής μου. Θυμήθηκα πως είναι να κάνω όνειρα σαν κι αυτόν που ξυπνά από λήθαργο και βλέπει όσους μείναν κοντά του κι αρχίζει να θυμάται και να πλέκει και να στήνει ξανά τη σχεδία του για άλλα μακρυνά ταξίδια.

Από προσωπικό ημερολόγιο.

Advertisements