γράψανε σ’ έναν τοίχο » πού χάθηκες; εσύ που έψαξες;»

εμπόδια

για να είμαστε παρέα και να δημιουργούμε μαζί,

πέρα από το βαρύ καθημερινό πρόγραμμα,

η αδιαφορία,

η πεποίθηση πως κάποιοι άλλοι θα είναι εκεί και θα ετοιμάσουν

κι  ο εγωισμός μου.

κι αλλού γράψανε: » αν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε ήδη νεκροί»

κι όταν βολεύομαι κι είμαι αυτάρκης στον μικρόκοσμό μου

δεν μ’ ενδιαφέρει ο άλλος.

Κι όταν δένω τον γαϊδαράκο μου απουσιάζω πλέον απ’ τη ζωή σου φίλε.

κι όταν βρεθούμε με αναμνήσεις μονάχα να περάσουμε την ώρα

δίχως νέες να χτίσουμε για το μέλλον στιγμές και θυμησές.

Είναι που χάνω αυτή την έννοια για τον άλλον

και δεν τον θυμάμαι και δεν τον σκέφτομαι γιατί με ρουφά ο καιρός μου

και δεν μιλάμε όχι γιατί φταίει μόνο ο ρυθμός της πόλης

αλλά γιατί δεν έχω όρεξη και κουράγιο να σε περάσω απ το νου μου

γιατί τώρα έχω άλλες σκοτούρες.

κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

έτσι ένα παραμυθάκι ο καιρός που περνά και χάνεται

και χανόμαστε και χάθηκαν και δεν ψάξαμε.

κι αν το κάναμε έγινε επιδερμικά δίχως υπομονή κι επιμονή.

δεν στάθηκα δίπλα σου τις ωραίες και τις δύσκολες στιγμές

παρα μόνο απεναντί σου να σε κρίνω.

Τώρα θα ήμουν αυτάρκης κι εγώ στο βόλεμά μου.

Advertisements