wordsΓράφει η Χρυσή Μαρούση

Δοκιμάζεσαι εσύ. Δοκιμάζομαι εγώ. Δοκιμάζεται κι ο άλλος. Δοκιμάζονται οι αντοχές μας. Η πίστη μας. Οι ικανότητές μας. Παράξενη η γραμματική της ζωής μας. Αλλιώτικη από αυτή των βιβλίων. Κανείς δεν μας τη δίδαξε. Κι είναι τόσο διαφορετική η κλίση των ρημάτων στην πράξη. Η ερμηνεία. Η χρήση. Η έννοιά τους. Αγαπώ. Συμβιβάζομαι. Διεκδικώ. Υποχωρώ. Παλεύω. Ανέχομαι. Αποφασίζω. Εθελοτυφλώ. Νοιάζομαι. Προσπαθώ. Κουράστηκα. Παραδίδομαι. Φθάρθηκε. Οφείλω. Πρέπει. Θέλω. Επιθυμώ. Λαχταρώ. Καταννοώ. Καταλαβαίνω. Ζω. Κλίσεις, εγκλίσεις, χρόνοι, φωνές και διαθέσεις όλα ανακατεμένα. Ποιος θα επιβάλει επιτέλους μια υποτυπώδη τάξη; Είναι κανείς σε θέση να το κάνει; Ποιος διορθώνει τα γραπτά μας; Τις εργασίες; Τις εκθέσεις μας για να μην εκτεθούμε; Την καθημερινή μας ορθογραφία; Ποιος εντοπίζει τα λάθη μας και μας τα επισημαίνει με το κόκκινο στυλό του; Ποιος μας εφιστά την προσοχή, ποιος μας λέει τι να προσέξουμε και πότε; Κανείς. Μόνοι μας είμαστε, εμείς και το γραπτό μας. Λευκές σελίδες που γεμίζουμε ανεξέλεγκτα, χωρίς την επίβλεψη κανενός. Πρέπει να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Άλλωστε η ζωή δεν είναι μαθηματικό πρόβλημα, δεν έχει μόνο μία λύση, μία και μοναδική σωστή απάντηση, δεν συνοδεύεται από λυσάρια. Όλα είναι δεκτά, όλα παίζουν, όλα είναι δυνατά.

Γράφουμε λοιπόν. Κάποιες φορές με μολύβι, απαλά, να μπορούμε να τα αναιρέσουμε όλα αν θελήσουμε, ανώδυνα, χωρίς να αφήσουμε ίχνη κι αποδεικτικά στοιχεία στο πέρασμά μας. Άλλες πάλι με ξυλομπογιές ή μαρκαδόρους, με χρωματισμούς έντονους, χαρούμενους, απογειωτικούς. Κάποτε θυμόμαστε και τα στυλό. Γράφουμε ανεξίτηλα, χρησιμοποιούμε μελάνι. Μαύρο στην απογοήτευση, κόκκινο στην κριτική, ροζ στην ονειροπόλησή μας, πράσινο στην ελπίδα, γαλάζιο στην προσευχή μας… Είναι κι εκείνες οι φορές που γράφοντας χαράζουμε και η γραφή μας περνά και στις επόμενες σελίδες, σημαδεύει όλο το τετράδιο, απλά όσο γυρνάς τα φύλλα, όσο κυλά ο καιρός, γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη η ανάγνωσή τους. Κάτι υπάρχει εκεί, το νιώθουμε ανάγλυφο στο δάκτυλό μας που χαϊδεύει επαναληπτικά τα χνάρια του στο χαρτί, μα δεν θυμόμαστε πλέον τι ακριβώς. Μα κάτι είναι εκεί και μας ενοχλεί, μας πονά, μας δυσκολεύει, μας εμποδίζει να γράψουμε σωστά τη συνέχεια.

Συγγραφείς με το έτσι θέλω, δίχως άλλη επιλογή, γράφουμε ασταμάτητα. Κανείς δεν ασχολείται με το αν αγαπάμε το γράψιμο ή αν διαθέτουμε έστω και το βασικό ταλέντο για αυτό. Κι εμείς συνεχίζουμε. Άλλοτε καλλιγραφικά, προσεγμένα, άλλοτε πάλι βιαστικά, τσαπατσούλικα, με ορνιθοσκαλίσματα και μουντζούρες. Κι έρχεται η ώρα που κοιτάμε έκπληκτοι το γραπτό της ζωής μας, και δεν το αναγνωρίζουμε. Εμείς τα γράψαμε αυτά; είναι τα δικά μας γράμματα; είναι οι δικές μας ματιές; Τα δικά μας λόγια; Είμαστε εμείς αυτό το κείμενο; Αυτό είμαστε; Αυτή η προσεκτικότερη, δεύτερη ανάγνωση των πραγμάτων μας βρίσκει απροετοίμαστους. Και τρέχουμε μετανιωμένοι, πανικόβλητοι να διορθώσουμε. Πού στην ευχή βρέθηκε τόσο διορθωτικό λευκό υγρό και χύθηκε στη ζωή μας, πασάλειψε τις στιγμές, τα λόγια και τις πράξεις μας; Σβήνουμε αδιάκριτα ολόκληρες εποχές, διαγράφουμε αληθινά αισθήματα, σκεπάζουμε με αυτό ανάγκες και επιθυμίες για να μην τις αντιμετωπίσουμε. Αγνοούμε την πραγματικότητα, σαν χιόνι αφήνουμε το σβηστικό να καλύπτει κάθε σημείο της μέχρι τώρα ζωής μας, να ασελγεί πάνω στα καλοκαίρια της και την άνοιξή της. Θλιβερά μπαλώματα, λερωμένα φύλλα, παχύρρευστα αντιαισθητικά στρώματα πάνω στην ευτυχία μας… κι απορούμε με το τελικό έργο μας. Τι πήγε στραβά; Πού έγινε το λάθος; Ήμασταν πάντα καλοί στο γράψιμο, πρώτοι στις εκθέσεις, άριστοι στην ορθογραφία, τα πηγαίναμε καλά με την γραμματική, παίζαμε στα δάχτυλα το συντακτικό. Ή τουλάχιστον έτσι θέλαμε να πιστεύουμε…

Advertisements