Ένα όμορφο κείμενο της φίλης Χρύσης Μαρούση ksenos

Οι ξένοι. Οι δικοί μας. Ποιοι αλήθεια λογίζονται ως ξένοι; Ποιοι λογαριάζονται δικοί μας; Σε βλέπω στις δημόσιες υπηρεσίες. Περιμένουμε στην ίδια ουρά. Στα χέρια και των δυο μας κρέμονται δυο χαριτωμένα τετράχρονα, που ξεπερνούν την πλήξη του χώρου, την υπερβαίνουν και γελούν αφημένα σε κάποιο νέο φανταστικό παιχνίδι του μυαλού τους. Σου χαμογελώ. Μου ανταποδίδεις το χαμόγελο καλοσυνάτα. Κουρασμένα, μα αληθινά.

Παίρνουμε το ίδιο λεωφορείο. Κρεμόμαστε από γειτονικές χειρολαβές. Είσαι νεαρό, φωτεινό παιδί. Προλαβαίνεις, πατάς πρώτος το κομβίο της στάσης. Στέκομαι ξανά δίπλα σου. «Έχεις κάτι στα μαλλιά» λες απλά, χωρίς άμυνες και τύπους, με συγκινητική ευθύτητα, στον ενικό. Απλώνεις το χέρι, ξεμπλέκεις ένα φύλλο και μου το δείχνεις λίγο πριν το πετάξεις με έναν παιδικό ενθουσιασμό που με συγκινεί. Σκούρο το δέρμα σου, ξενική η προφορά σου, το πιο όμορφο χαμόγελο το χαμόγελό σου.»Ευχαριστώ» λέω και το δικό μου κλέβει κάτι από την ωραιότητα σου. Οι πόρτες ανοίγουν, κατεβαίνουμε, χωρίζουμε κι αυτό δεν λέει να σβήσει από το πρόσωπό μου.

Παραγγέλνουμε το ίδιο γεύμα. Εσύ φοράς μάρκες, αξεσουάρ από πλατίνα κι επώνυμα προϊόντα μακιγιάζ. Εγώ μια μάσκαρα της πλάκας, τα περσινά μου ρούχα, φο μπιζού. Πληρώνεις με ένα από τα πολλά πενηντάευρα του κομψού πορτοφολιού σου. Βγάζω από την τσέπη μου το ακριβές αντίτιμο της παραγγελίας μου, το μετρώ μάλιστα και μια δεύτερη φορά, έτσι για επαλήθευση, όπως τότε που πηγαίναμε δημοτικό και πρωτομαθαίναμε τις πράξεις. Καθόμαστε σε αντικριστά τραπέζια. Τρώμε μόνες. Οι ματιές μας διασταυρώνονται κάνα δυο φορές. Τελειώνεις νωρίτερα, μα ισοφαρίζεις τη διαφορά μας ανάβοντας ένα τσιγάρο και παρατηρώντας τους περαστικούς πίσω από το τζάμι. Βάζουμε ταυτόχρονα τα μπουφάν μας, ζωνόμαστε τις τσάντες μας και συναντιόμαστε στην πόρτα. Την ανοίγω και σου παραχωρώ την προτεραιότητα. Δεν το περιμένεις, «ευχαριστώ» ψελλίζεις αμήχανα, με έναν τρόπο που δεν ταιριάζει στο όλο σου στυλ.

Διατηρούμε αμφότεροι προφίλ στο facebook. Έχουμε ανταλλάξει κάποια like, ευχές σε γιορτές και γενέθλια, δυο τρία τυπικά μα ξέχειλα από συμπάθεια μηνύματα στο chat. Κοινοποίησε ο ένας στον άλλον μικρά κομμάτια της ψυχής και της καθημερινότητάς του. Συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και γνώμες.
Είσαι αναμφίβολα αξιοπρόσεκτος. Ξεχωρίζεις από μακριά. Τα πολύχρωμα μαλλιά, το εκκεντρικό ντύσιμο, το προκλητικό περπάτημα και φέρσιμο. Η πλειοψηφία των κεφαλιών γυρνά στο πέρασμά σου. Σκοντάφτεις επάνω μου. Σε κοιτώ στα μάτια. Ένα παιδί που φωνάζει προσέξτε με. «Sorry» πετάς αδιάφορα. «Δεν πειράζει» απαντώ με τον πιο ζεστό τρόπο που έχω και γυρνώ ολόκληρη προς το μέρος σου, στρέφοντας όλη μου την προσοχή πάνω σου. Τα χάνεις και προχωράς βιαστικά. Δεν μπορείς να διαχειριστείς την προσοχή που τόσο λαχταράς. Συνεχίζω την πορεία μου κανονικά, μα η σκέψη μου κόλλησε στο παπούτσι σου και σε ακολουθεί.

Δεν με ενδιαφέρουν οι πολιτικές σου πεποιθήσεις, η ομάδα, το χρώμα, η καταγωγή, η γλώσσα που σου δόθηκε για να συνεννοείσαι…  Δεν με αφορούν το φύλο, οι απόψεις, η θρησκεία, η πίστη σου ή η απιστία σου… Με νοιάζουν μόνο οι πληγές σου, τα τραύματα και οι αγωνίες. Οι φόβοι κι οι εφιάλτες σου. Αυτά που είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους,  που βρίσκονται στα ίδια μέρη του σώματος και της ύπαρξης όλων. Στην ψυχή, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια. Με απασχολούν τα δάκρυα που κρύβεις από όλους και μόνο το μαξιλάρι σου σκουπίζει. Ο πόνος που όλο πολλαπλασιάζεται μέσα σου, συσσωρεύεται, σηκώνει πατώματα και θεριεύει κρύβοντάς σου τον ουρανό. Γκρέμισέ τον… Με πονούν οι αρρώστιες σου, οι επώδυνες θεραπείες που απαιτούν. Με πληγώνουν τα μάτια σου όταν βλέπω να σβήνει μέσα τους και το τελευταίο κερί: κάθε λάμψη, κάθε σπίθα, κάθε ελπίδα και φως. Δεν αντέχω να σε βλέπω να ταπεινώνεσαι, να απαξιώνεσαι, να βασανίζεσαι σκληρά και άσπλαχνα. Με πεθαίνει το «πέρασμα» του θανάτου ή της αυτοκτονίας σου στα ψιλά γράμματα. Με σκοτώνει το ίδιο το γεγονός της αυτοκτονίας σου. Βλέπω εμένα στο δικό σου κορμί. Εσύ κυριεύεις το δικό μου. Είμαστε ίδιοι, από το ίδιο υλικό, μας φιλοτέχνησαν τα ίδια χέρια, η ίδια πνοή εμφυσήνθηκε μέσα μας. Αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, μολυσμένο ή καθαρό. Τραγουδάμε στη χαρά και τον πόνο μας, χορεύουμε, χρειαζόμαστε τροφή, νερό κι αγάπη, ρούχα και μια στέγη. Ερωτευόμαστε, παντρευόμαστε, γινόμαστε γονείς. Είμαστε τόσο ίδιοι… Γεννηθήκαμε και θα πεθάνουμε. Γιατί είμαστε τυφλοί; Γιατί δεν το βλέπουμε; Τόσα φώτα ολόγυρα. Φωταγωγημένοι όλοι οι δρόμοι… Τόσα φλας επάνω μας… Έχουμε χέρια, πόδια, καρδιά, φλέβες, αρτηρίες κι αίμα, όνειρα, στόχους, αισθήματα κι επιθυμίες. Πού διαφέρουμε; Τι τελικά είναι αυτό το τόσο αξεπέραστο που δεν μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την ταύτισή μας;

Άμυνες, στρατηγικές, μάχες, ανακωχές, θρίαμβοι και βατερλό, πανωλεθρίες, όπλα… Πόλεμοι. Ενάντια σε ποιον; Ενάντια σε τι; Ο μόνος αληθινός εχθρός μας είναι εκεί απέναντί μας, μας κοιτά κάθε μέρα μέσα από τον καθρέφτη. Με αυτόν τα βάζουμε ποτέ; Αυτόν τον βάζουμε ποτέ στο μικροσκόπιό μας; Αυτόν τον βάζουμε ποτέ στη θέση του; Ποιος είναι ο πραγματικός μας ξένος;

Advertisements