59295_310868355683907_1631609483_n

Σε ένα κουτούκι ένα βράδυ εκεί που βαρούσαν τα όργανα τις μελωδίες και τα στόματα τις έντυναν με στίχους είδα έναν Κυρ-Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Κύριος ευτραφής, με γένι ασπρισμένο περιποιημένο καθόταν δίπλα στην ορχήστρα με παρέα το τραπέζι του. Είχε πάνω τον μεζέ και την κανάτα με το κρασί. Καθώς το βλέμμα μου τον εντόπισε έμεινα να τον κοιτάζω που είχε σκύψει το κεφάλι και τα μάτια του κουπιά τον ταξίδευαν σε αναμνήσεις, σε προσμονές, σε ανείπωτα, σε ιστορίες που τραμπάλιζε η λύπη με τη χαρά. Να βυθίζεται το κρασάτο βλέμμα του σε άλλο κόσμο δίχως να’ ναι μεθυσμένος. «Ο νους είναι αληταριό που όλο δραπετεύει» λέει ένα τραγούδι. Θύμιζε τον Παπαδιαμάντη που ύφαινε τις ιστορίες του με την πραγματικότητα και όσα είχε βαθιά μέσα του φυλαγμένα όσο καθόταν στην μπακαλοταβέρνα του Καχριμάνη. Κι όταν το τραγούδι τελείωσε ξύπνησε και γύρισε στο τραπέζι ο νους του. Χειροκρότησε με ευχαρίστηση και χαμογέλασε.

Πλήρωσα κι έφυγα. Ήθελα να περπατήσω. Κάπου στο κέντρο βλέπω στην βιτρίνα μιας καφετέριας  δυό μουσικούς να παίζουν λαούτο και ούτι. Στέκομαι να ακούσω. Βλέπω μια τραγουδίστρια γνωστή τη στιγμή εκείνη να πλησιάζει στους μουσικούς και να αρχίζει να τραγουδά. Είχαμε πάει σπίτι της κάποτε. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπαίνω και κάθομαι. Παίρνω τη μπύρα μου κι όταν πίνω και την τελευταία γουλιά κάνει διάλειμμα και τη χαιρετώ. Ανάμεσα στ’ άλλα δείχνει με το δάκτυλο τον ουρανό, το θεό και λέει δικά Του είναι όλα. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα. Συνέχισα τη βόλτα μου. Η Αθήνα άδεια. Είδα τους άστεγους να ετοιμάζουν το κρεβάτι τους και να πλαγιάζουν.

Κάθομαι σε ένα καπηλειό και κερνάνε κρασί λευκό. Συναντώ φίλο καρδιακό. Ανοίγουμε τα κουτάκια μας και συζητάμε αληθινά, απλά, αναπαυτικά, όπως είμαστε όντως. Αυτές οι στιγμές είναι οι πιο ζωντανές και οι πιο πλήρεις. Επόμενος σταθμός ένα εκκλησάκι που ‘ ναι στο δρόμο μας. Στα σκαλιά πεταμένες σύριγγες από χρήστες…εκεί αρχίζει η προσευχή με το δι’ ευχών ξεκινάω για το σπίτι. Πολύ ξεκούραστη η ησυχία της νύχτας. παπ-παπ τα βήματα…συντονίζονται με το χτύπο της καρδιάς.

Γνωστή φυσιογνωμία στη στάση του λεωφορείου. Πλησιάζω. Να τη χαιρετίσω; θα με γνωρίσει; μια γυναίκα γύρω στα 50 γνωστή από τη γειτονιά, η Μαρίνα. Μένει έξω τα βράδια. Δεν ξέρω ακριβώς τι θέμα έχει αλλά συνεννοείται  Γειά σου!καλά είσαι; της λέω και προχωράω. Με θυμάται. Καλημέρα σας! καλά! απαντά με ένα ανεπιτήδευτο χαμόγελο ειλικρινές τόσο που ανατρίχιασα με την γλυκύτητα του προσώπου της. Η πιο όμορφη καλημέρα. Ώρα 3.45 το πρωί.Το φεγγάρι μισό μοιάζει με αυτί που ακούει τα βράδια του κόσμου τις προσευχές, τα γέλια, τους αναστεναγμούς, τις φωνές.Πέφτω να κοιμηθώ γιατί σε λίγο θα πρέπει να ξανασηκωθώ.

Νέα μέρα ξεκινάει. Έχω ξεκουραστεί με όλα αυτά που έζησα. Το απλό ξεκουράζει. Το αληθινό αναπαύει. Τότε μπαίνεις σε μυστικά, αρκεί να τα ξεκλειδώνεις. Βλέπεις πως το ψεύτικο είναι λάθος κουμπωμένο και κουράζει. Βλέπεις συμβιβασμένους με όσα η συμβατική ζωή διατάζει. Κι εγώ από αυτούς είμαι δεν το παίζω έξυπνος αλλά σε γεμίζει τόσο πολύ αυτή η προσπάθεια να αρνιέσαι τα ψεύτικα και τα γυαλιστερά. Να βγάζεις γλώσσα στο δήθεν. Και αφουγκράζεσαι το ανικανοποίητο εκεί που ο άλλος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως είναι ευτυχισμένος γιατί κάνει τα χατίρια του κόσμου και θρέφει την επιβεβαίωσή του για να μην καταρρεύσει. Πάλι ηχούν τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι στα αυτιά μου:  ”Και πρώτα απ’ όλα τι εννοούμε λέγοντας παιδεία; Την πληροφορία, την τεχνική, το δίπλωμα εξειδίκευσης που εξασφαλίζει γάμο, αυτοκίνητο κι ακίνητο, με πληρωμή την πλήρη υποταγή του εξασφαλισθέντος ή την πνευματική και ψυχική διάπλαση ενός ελεύθερου ανθρώπου, με τεχνική αναθεώρησης κι ονειρικής δομής, με αγωνία απελευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ’ άστρα;”

όλη αυτή η απλότητα και η ελευθερία της έκφρασης διαρκώς ζει αυτό που γράφει ο Ν. Καζαντζάκης: » μην καταδέχεσαι να ρωτάς: θα νικήσουμε; θα νικηθούμε; πολέμα! »    Θέλει μαγκιά…!

Advertisements