Είδα τη νέα ταινία του Τόμ Χούπερ «οι άθλιοι» που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Β. Ουγκώ. Μου άρεσε και την ευχαριστήθηκα αν και δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Πέρα από τα επικά σκηνικά και τις καλές ερμηνείες με συνεπήρε ο χαρακτήρας κάθε προσώπου. Περισσότερο από όλους χάρηκα τον χαρακτήρα του πρώην κατάδικου Γιάννη Αγιάννη, γνωστού στη φυλακή με τον αριθμό 24601, ο οποίος γίνεται μία δύναμη του καλού πάνω στη γη, χωρίς όμως να μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του…άνθρωπος που ευεργετήθηκε και στη συνέχεια χάρισε τη ζωή όχι μόνο σε αναγκεμένους αλλά στον ίδιο τον επιθεωρητή που όχι άδικα σύμφωνα με το νόμο τον αναζητούσε αδιάκοπα…ανυπομονώ να διαβάσω το βιβλίο για να απολαύσω με λεπτομέρειες όλο το μεγαλείο των χαρακτήρων.

Με γέμισε μια δύναμη και μια αισιοδοξία η ταινία.Μια φιλόλογος είχε φέρει την τάξη της από το φροντιστήριο να δούνε την ταινία. Τι μπορεί να κάνει κανείς αν στ’ αλήθεια θέλει…αλλά όλο οι άλλοι μας φταίνε που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Άλλαξε τον κόσμο, όχι το μαλλί σου είναι γραμμένο σε έναν τοίχο στη συμπρωτεύουσα…Κι ο κόσμος αλλάζει όταν εσύ αλλάξεις οπτική και στάση ζωής…κι όταν καταλάβεις πως ο καναπές δεν είναι όπλο για την επανάσταση που λέει το στόμα σου, έτσι θα ενεργοποιηθείς ώστε να καταθέτεις κάθε τόσο ό,τι πενιχρό και ταπεινό έχεις σε τούτον τον ντουνιά!

Τέτοιοι Γιάννηδες Αγιάννηδες ήταν και ο μπάρμπα – Δήμος και ο κυρ – Αντώνης. Είχαν βέβαια τη δική τους προσωπικότητα και την δική τους ιστορία. Ο ένας αστυνόμος από τους παλιούς και ο άλλος ένας χρυσός άνθρωπος από την Κωνσταντινούπολη. Ο ένας υπερασπιστής του δίκαιου και ο άλλος ως ψάλτης και επιπλοποιός, διάκονος του Θεού. Και οι δυο πάλεψαν, ήταν τίμιοι οικογενειάρχες. Έτσι αθόρυβοι ταξίδεψαν για άλλη πολιτεία αιώνια…όσο τους θυμάμαι, τον ένα να κυκλοφορεί στη γειτονιά και να μοιράζεται τη σοφία του με τους νέους και τον άλλο να περπατάει αργά με μια αρχοντιά και να σε καλημερίζει με αυτά τα λαμπερά μάτια και το ζεστό χαμόγελο, όσο θυμάμαι αυτές τις δύο εικόνες πέρα από τη συγκίνηση, ο τρόπος τους και το παράδειγμά τους, μου τους φέρνουν μπροστά μου σα να μου λένε: ορίστε παιδί μου πάρε τη σκυτάλη, εσύ ποιο δρόμο θα διαλέξεις τον συμβατικό και εύκολο; θεός σχωρέσει αδερφοί! καλό παράδεισο! ευχαριστώ που με μάθατε χωρίς να μου κουνήσετε το δάκτυλο, πως ο άνθρωπος έχει αξία όταν παλεύει να γίνει άνθρωπος πρώτα πολεμώντας την αδιαφορία και την μοιραία εξέλιξη κι όταν ματώνει για τους γύρω του. Ευχαριστώ που μου μάθατε πως δεν είναι θύμα, ούτε κορόιδο, ούτε απαραίτητα ήρωας αλλά είναι ολοκληρωμένος, ευχαριστημένος, γεμάτος, ατάραχος! Το ανάστημα τέτοιων ανθρώπων αποτελεί ένα άδυτο σημάδι στη πορεία των πιο νέων. Δείχνουν πως η καλύτερη συνταγή για τη ζωή είναι το μεράκι και η λεβεντιά. Η παρουσία τους μια αγκαλιά και μια μελωδία ελπιδοφόρα. Δεν πέρασαν και έφυγαν, στάθηκαν και μας δίδαξαν, είναι λιμάνια που μας εμπνέουν και μας δυναμώνουν για τα ταξίδια μας στην καθημερινότητα. Καρδιές που καίνε και φωτίζουν, που θερμαίνουν, που υπενθυμίζουν πως δεν ταιριάζει στον άνθρωπο ο φόβος, το μίσος, η ζήλια γιατί αυτά μένουν εδώ για να μας αποπροσανατολίζουν και να μας ασχημαίνουν.

Όσο συνειδητοποιείς πως θα φύγεις από αυτόν τον κόσμο τόσο θέλεις ανθρώπινες σχέσεις αληθινές και τόσο ο καναπές χρησιμεύει μόνο για επισκέψεις…τόσο περιορίζεται το κήρυγμα και αυξάνει η έμπρακτη θυσία.

Advertisements