Πριν από αρκετό καιρό είχα δει μια αφίσα σε ένα τοίχο της Αθήνας που έγραφε: «Δουλεύουμε για να ζούμε. Δεν ζούμε για να δουλεύουμε!».  Το μήνυμα προερχόταν από το σωματείο των εμποροϋπαλλήλων που διεκδικούσαν λιγότερες ώρες εργασιακής απασχόλησης. Έμοιαζε σωστό σε πρώτη ανάγνωση.

Αν όμως κάποιος αναρωτιόταν βαθύτερα, θα ένιωθε πόνο, καθώς η αφίσα διαλαλούσε την απόσταση μεταξύ εργασίας και ζωής και την παραδοχή ότι ο χρόνος εργασίας πρέπει να αφαιρείται από το χρόνο της ζωής. Αυτή η συλλογιστική είναι βαθύτατα εγκλωβιστική και καταθλιπτική.

Η υπάλληλος σε ένα κατάστημα υποδημάτων που διακατέχεται από αυτό το συναίσθημα, θα βαρυγκομά κάθε φορά που θα πρέπει να επιδείξει ένα ζευγάρι παπουτσιών. Θα νιώθει ότι ο πελάτης που δεν ικανοποιείται με τις πρώτες παρουσιάσεις και ζητά κι άλλες επιλογές, την βασανίζει. Η ίδια μετά από μερικά χρόνια θα έχει ισοπεδωθεί και θα μιλά με τρόπο απαξιωτικό όχι μόνο για τη δουλειά της, αλλά και  για τη ζωή της και για τον εαυτό της.

Μια άλλη υπάλληλος όμως που έχει αποφασίσει να ζει ουσιαστικά, όλες τις ώρες της ημέρας της, θα ζει μια εντελώς διαφορετική εμπειρία. Δεν θα είναι η απρόσωπη υπάλληλος που ταλαιπωρείται από την ανία, καθώς ανοίγει και κλείνει κουτιά με παπούτσια. Θα αναζητεί την προσωπική σχέση με τον πελάτη και θα κατακτά ουσιαστική επαφή μαζί του. Θα κάνει αισθητικές προτάσεις, αλλά θα κερδίζει και την κατανόηση της ανθρώπινης υπόστασης. Όχι μόνο για τον πελάτη που θα ανταποκριθεί ανθρώπινα, αλλά ακόμα και από τον στρυφνό και επιτιμητικό πελάτη. Θα έχει την ευκαιρία για την προσωπική της ανάπτυξη και την κατάκτηση της ωριμότητας και της σοφίας. Μια σοφία που δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά αφορά κάθε αυθεντικό άνθρωπο.

Είναι αλήθεια ότι η στάση απέναντι στη εργασία τελικά συμπαρασύρει και την στάση απέναντι σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Έντονος όμως προβληματισμός προκύπτει όταν ο κακός επαγγελματισμός δεν αφορά παπούτσια, αλλά παιδικές ψυχές.

Στα πλαίσια της φροντίδας ενός παιδιού που παρουσίασε κάποια προβλήματα συμπεριφοράς, απαιτήθηκε η επίσκεψη στο σχολείο και η συνεργασία με τον διευθυντή.

Ο διευθυντής με βαριεστημένο ύφος έδειξε την ενόχληση του που εμποδιζόταν η απόλαυση του καπνίσματος του και είπε με έκπληξη: «Είναι δυνατόν να φαντάζεστε ότι με τα χρήματα που μου δίνει το κράτος θα ασχοληθώ με τα προβλήματα του κάθε παιδιού;». Το σχόλιο: «Το κράτος σας στερεί από την υλική ανταμοιβή του κόπου σας, αλλά εσείς στερείτε τον εαυτό σας από την ικανοποίηση που θα κερδίζατε, αν φροντίζατε τα παιδιά», δεν έδειξε να τον αγγίζει, καθώς βουτηγμένος στο αλκοολίκι της μιζέριας και δεν ήταν διατεθειμένος να βγει από αυτό.

Φαίνεται ότι πολλές φορές η εστίαση σε μια πραγματική ή μια επίπλαστη αδικία λειτουργεί ως άλλοθι για την προαποφασισμένη παραίτηση από την ανάληψη των ευθυνών στη ζωή.

Η γενίκευση εξάλλου των σκανδάλων που αναφύονται στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή αυτό εξυπηρετεί. Την συγκάλυψη της προσωπικής ισοπέδωσης, της προσωπικής παραίτησης, του προσωπικού βολέματος, των προσωπικών ατασθαλιών.

«Αφού όλοι κλέβουν, αφού όλοι νοθεύουν την ποιότητα των υπηρεσιών τους, αφού όλοι ρυπαίνουν το περιβάλλον, αφού όλοι κοιτάζουν το ατομικό τους συμφέρον δίχως να ασχολούνται με τις συνέπειες, αφού όλοι αδιαφορούν για το κοινό καλό, εγώ θα σώσω τον κόσμο; Προσπαθώ απλώς να επιβιώσω και γι’ αυτό κάνω κάποιες μικρές ατασθαλίες. Εξ άλλου δεν σκότωσα και άνθρωπο!»

Από το βιβλίο «Η αδικία που πληγώνει» του Δημήτρη Καραγιάννη, εκδόσεις Αρμός, σελ. 159-161.

Ευχαριστούμε τους φίλους Γιώργο και Μαρία Χρ. που μας το έστειλαν.

Advertisements