Όσο κι αν η ψυχή κρατάει τα σκήπτρα, και τα κρατάει γερά, χωρίς σώμα τίποτα δεν γίνεται. Το σώμα και τα μάτια μας! Ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Καθημερινά βιώνουμε το ανεξήγητο με τούς εδραιωμένους τρόπους του εξηγημένου, μιλάμε για το μύχιο εγώ μας, αναλογιζόμενοι το πολύτιμο σώμα μας, ψυχανεμιζόμαστε την προσωπική βαθύτητα με παραστάσεις σωματικής εξωτερικότητας. Τι είναι ένας άνθρωπος που βολτάρει μέσα στην πόλη; Μια ψυχή που φόρεσε το κορμί της και απολαμβάνει τα τρίμματα της αιωνιότητας; Ένα «μέσα» που μασκαρεύεται σε «έξω» για να μετάσχει στη φάρσα που ο Ρεμπώ ταύτιζε με τη ζωή;

Ο Πλωτίνος ντρεπόταν που είχε σώμα, μέχρι σημείου μάλιστα να μην το φροντίζει ούτε κατ’ ελάχιστον. Αντιπλωτινικοί και θριαμβευτές, οι αιώνες που ακολούθησαν αντέστρεψαν τις προτεραιότητες και έφεραν το σώμα στο κέντρο της καθημερινής μέριμνας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ευνοούμενες αυτής της επανάστασης ήταν και είναι οι γυναίκες. Ενώ η μεγαλοφυΐα για παράδειγμα δεν ταυτίζεται με καμιά σωματική εξωτερικότητα (ο σοφός κακάσχημος έχει γοητεία…), το θηλυκό κάλλος απλοποιείται σε σωματική τελειότητα. Κεφαλή, μπούστο, μέση, πισινά, μπροστινά, γλουτοί, μηροί, γόνατα, σφυρά, ακροδάχτυλα μετέχουν σε ένα χρηματιστήριο ανδρικού ενδιαφέροντος που διαρκώς ακολουθεί την ανιούσα.

Το βασικό δυναμό της γοητείας βέβαια δεν βρίσκεται στην επιφάνεια του κορμιού, αναδύεται από την αρχέγονη αφροδίσια έλξη. Όπως τα πτηνά στην εποχή της αναπαραγωγής αλλάζουν φτέρωμα, παρόμοια και οι άνθρωποι ντύνονται την ομορφιά τους, τη βελτιώνουν, προσθέτουν και αφαιρούν, παραπείθουν και ξεγελούν. Από την κόμμη, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τα ερείσματα του στήθους μέχρι τα μακριά και βαμμένα νύχια, τις μπότες και τα ψηλοτάκουνα, ένα πράγμα παρακολουθούμε – την αφήγηση της γοητείας. Προτού καν μιλήσει, η γυναίκα έχει αφηγηθεί τον εαυτό της ως ερωτική σκηνή. Μήπως είναι συμπτωματικό ότι τα βαμμένα χείλη -φανερά και προκλητικά- αναπαριστούν και παραπέμπουν ευθέως στα άλλα «χείλη» που παραμένουν κρυμμένα και υποσχετικά;

Η ενδυμασία προσαρμόστηκε στον κώδικα των νύξεων που τροφοδοτεί τη σεξουαλική επιθυμία. Κάθε ντυμένη γυναίκα φέρει πάνω της, επιδεικτικά, τρομοκρατικά, καθοδηγητικές διόδους που οδηγούν τη φαντασία στο αθέατο άδυτο που κατ’ επιλογήν μπορεί να καταστεί προσπελάσιμο και ενδοτικό. Τι είναι τα βαθιά ντεκολτέ στο στήθος, τα σχισίματα στις φούστες, η ακάλυπτη πλάτη; Βλέπεις πολύ, δεν αγγίζεις καθόλου. Ενώ οιΓάλλοι λένε ότι βλέπω σημαίνει κατέχω (βουάρ, αβουάρ), η θηλυκή επιστήμη του καθιερωμένου πειρασμού αθωώνει την όραση και ενοχοποιεί την αφή. Υπάρχει ο απεχθής εφαψίας, αλλά ο οπτικός εφαψίας είναι περιζήτητος και κανονιστικός. Όποιος στολίζεται θέλει να προσφερθεί, άρα το οπτικό παζάρι, οι σιωπηρές διαπραγματεύσεις που τελούνται με τα μάτια, είναι η ιερή τέχνη των γυναικών.

Η φιλολογία επί του θέματος είναι μεγάλη και κάθε επεξήγηση -τι να λέμε τώρα;- καταντά χυδαιολογία. Ωστόσο τα ψηλοτάκουνα, που προσφάτως διαφημίστηκαν ως βοηθητικοί παράγοντες της σεξουαλικής απόλαυσης, αξίζουν κάποιου σχολιασμού, έστω και μόνο επειδή βρίσκονται στο κατώτερο σημείο του σώματος. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια γυναίκα που φοράει ψηλές γόβες και σε μιαν άλλη που βαδίζει με ίσια παπούτσια; Πριν απ’ όλα, τα ψηλοτάκουνα αλλάζουν τη στάση του σώματος.

Το φυσικό στον άνθρωπο είναι να πατάει με όλο το πέλμα, να ισορροπεί το «πολύ» σώμα του πάνω στο «λίγο» πέλμα, άλλωστε η «φτέρνα» υποδηλώνει κάτι σταθερό, τα σκαλοπάτια της άμαξας. Μια ξυπόλητη νεαρά πάνω στην άμμο αφήνει ίχνη δηλωτικά: γουβιάζουν πίσω και μπροστά, στη βάση της πελματιαίας καμάρας και στη φτέρνα. Μόλις όμως το κορμί της «ανέβει» στα ψηλοτάκουνα επέρχεται επανάσταση. Αρχικά ψηλώνει κατά δέκα πόντους. Ό,τι απομακρύνεται από το έδαφος, γνωστό αυτό, παύει να είναι ερπετό· γίνεται ανάερο, αποκτά ανωτερότητα, προσθέτει στο σώμα σεισμικότητα που δεν είχε. Καθώς η γόβα χωρίστηκε σε πάνω και κάτω, η γυναίκα μοιάζει να χορεύει στα ακροδάχτυλα. Δικαιολογημένα έρχεται στο νου του άνδρα η γαλέρα. Όλα τα πανιά ανοιχτά· πάνω στο έδαφος αλλά και λιγάκι υπεράνω του εδάφους, βάδισμα αλλά και μυστήρια ταλάντωση, αδυναμία ασφαλούς στηρίξεως, όπερ σημαίνει ότι σε κάθε της ταλάντωση μπορεί να πέσει σε κάποια ανοιχτή αγκαλιά. Άλλωστε το λίκνισμα είναι στοιχείο του χορού, όπου η χορεύτρια ανήκει στην αγκαλιά του καβαλιέρου της – είναι ντάμα.

Δεν διαφεύγει από τον άντρα η ανακούφιση με την οποία η ντάμα, στο σπίτι πλέον, κατεβαίνει από τα ψηλοτάκουνα και φοράει τις παντόφλες της. Εκεί πάνω έπαιζε έναν ρόλο, επικοινωνούσε με τον απώτατο εαυτό της, τη χάιδευε η θεά Αφροδίτη και συνάμα ο Κένταυρος Χείρων. Τώρα επιστρέφει στον τρέχοντα εαυτό της, από την ποίηση περνάει στην πρόζα. Οι πορνοταινίες, όπως ξέρουμε, εκμεταλλεύονται μέχρι τρέλας τη γυμνή γυναίκα που παραδίδεται όπως τη γέννησε η μάνα της – με μια διαφορά πάντα. Φορώντας τα ψηλοτάκουνα. Χάρη στη γόβα-στιλέτο, ακόμα και σε πλήρη παράδοση, διατηρεί το άλλοθί της. Φέρει εκείνο που δεν παραδίδεται· άλλωστε με τα πόδια στο ταβάνι είναι σαν να περπατάει στον ουρανό του πάθους της.

Πιστεύουμε γενικά ότι το θήλυ κατέχει κάτι ερωτικό που το προσφέρει όταν θελήσει. Η αλήθεια είναι ότι αν κατείχε κάτι, δεν θα γύρευε εραστές και πελάτες. Η έλλειψη δηλαδή την κάνει όμορφη, η βαθύτερη ερωτική πενία την ωθεί προς το ζευγάρωμα. Γιατί λοιπόν να μην ανέλθει στο πιο ψηλό σημείο του σώματος για να κοιτάξει ολόγυρα; Τα ψηλοτάκουνα ειναι το ξάγναντό της.

Κωστής Παπαγιώργης, μεικτή ζώνη, lifo.gr, 14/2/2008

Advertisements