Θα είναι όλοι εκεί. «Στη μεγαλύτερη ελληνική συναυλία» όπως τη χαρακτηρίζει το δελτίο Τύπου της διοργανώτριας εταιρίας, για τα 20 χρόνια του Φοίβου στη δισκογραφία. Εγχώριοι σταρ της πίστας και του παλκοσένικου, ξανθές τηλεπερσόνες, ανεπάγγελτα σελέμπριτι -μαυρισμένοι ακόμη μετά το αναγκαίο πέρασμά τους από τις ξαπλώστρες της Μυκόνου, της Πάρου και της Σκιάθου-  θα συνωστίζονται αύριο το βράδυ στις κερκίδες των VIP του ολυμπιακού σταδίου, μπροστά στις κάμερες, για μια δήλωση. Κι έπειτα, όταν η συναυλία αρχίσει, θα χειροκροτούν με ενθουσιασμό τα σουξέ του συνθέτη, από «τα σπουδαιότερα ονόματα της δισκογραφίας στην Ελλάδα, που έδωσαν πνοή στο όραμά του». Και φυσικά, θα σιγοτραγουδούν – με ενθουσιασμό, ενίοτε και συγκίνηση – βαθυστόχαστους στίχους όπως «Απ’ όταν μ΄άφησες εσύ/η υγεία μου έχει κλονιστεί/ κι αλλόκοτα συμπτώματα έχω τα ξημερώματα, «οινοπνευματάκι μου, μη μου εξατμίζεσαι/και σε άλλες αγκαλιές μη μου χαραμίζεσαι».

Δεν μου είναι αντιπαθής ο Φοίβος. Κάθε άλλο. Αναγνωρίζω το ταλέντο του, την ευκολία του να δημιουργεί επιτυχίες, να πουλάει δίσκους, να προτείνει νέα ονόματα στο χώρο του τραγουδιού και να τα καθιερώνει. Έχει δώσει «ψωμί» σε πολύ κόσμο. Εκτιμώ και το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να εκτεθεί στα μίντια.Έχει δώσει λιγοστές συνεντεύξεις.Έχει κάνει ελάχιστες φωτογραφίσεις.  Αλλά στην αυριανή συναυλία δεν θα πάω. Γιατί τα τραγούδια του φέρνουν στο μυαλό εικόνες από μια Ελλάδα που προσπαθώ απεγνωσμένα να ξεχάσω.

 

Μου θυμίζουν τη Σταδίου κλειστή από αλαλάζοντες φαν της Δέσποινας Βανδή. Τον συμπατριώτη που έφτασε στο χωριό με το τζιπ των 3.000 κυβικών (με δάνειο εννοείται) και τους «Μασάι» στη διαπασών «θέλω να φύγω θέλω να την κάνω/γιατί αν δεν φύγω νιώθω θα πεθάνω». Την Παρασκευούλα, που μια ωραία πρωία αποφάσισε να τη φωνάζουμε Βίβιαν. Τα ταξίδια του μικροαστού γείτονα στο Μπαλί –  με διακοποδάνειο εννοείται. Τα πρώτα κινητά παντόφλες που οι κυρίες τα έβγαζαν επιδεικτικά από τις σινιέ τσάντες τους και ανέβαζαν τα ντεσιμπέλ της φωνής τους, για να είναι σίγουρες ότι θα τις προσέξουν. Το τηλεοπτικό κοινό που αγωνιούσε για τις εξελίξεις στην ερωτική ζωή του «Σάκη του υδραυλικού». Τους νεόπλουτους μεγαλοπαράγοντες που άναβαν χαβανέζικα πούρα στα κουτούκια της Καισαριανής. Τις απονομές χρυσών και πλατινιένιων δίσκων στα πρωινάδικα – τάχα μου για έκπληξη, οι «σταρ» δεν είχαν ενημερωθεί, έπεφταν από τα σύννεφα. Τα λαμπερά βραδινά σόου της τηλεόρασης με στρατιές ημίγυμνων κοριτσιών που τσίριζαν και επίσης ημίγυμνες παρουσιάστριες που συναγωνίζονταν σε μπεμπεκίσματα και ακκισμούς. Τα καλλιστεία και τις εστεμμένες που ήθελαν «να αγωνιστούν για την παγκόσμια ειρήνη». Τα κορίτσια του Μπουρναζίου και της άνω Ραχούλας που άκουγαν Μαζωνάκη και ονειρεύονταν Gucci φορέματα και έναν πλούσιο γαμπρό. Τα τάλεντ σόου που έριχναν νερό στο μύλο της νυχτερινής διασκέδασης. Τη «φούσκα» του χρηματιστηρίου και τον φίλο που πούλησε τα αμπέλια του παππού για να τζογάρει σε μετοχές.

Όχι, δεν φταίει φυσικά ο Φοίβος για όλα αυτά. Όμως, συνειδητά ή ασυνείδητα, τις δύο τελευταίες δεκαετίες έγραψε το σάουντρακ της ρηχότητας και της ξιπασιάς μας. Η αυριανή συναυλία του αναπόφευκτα θα είναι μια ρετροσπεκτίβα της «φούσκας» και εν τέλει, της ήττας μας. Ας παρευρεθούν, λοιπό, σε αυτήν μόνο εκείνοι που αισθάνονται πως έχουν κάτι να γιορτάσουν…

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ, «Κ» της Καθημερινής, 23 Σεπτεμβρίου/ τεύχος 486

Advertisements