«Δεν είν’ ολοένα τ’ Αη-Γιωργιού», λένε στο χωριό, σαν περάσουν οι λίγες πλούσιες μέρες του χρόνου. Μακάρι να ήταν. Τα χωριά, τις πάρα πολλές μέρες του χρόνου- ας μην αναφέρω αριθμό, είναι πάρα πάνω απ’ τις τρακόσιες- έχει φτώχεια κι αναπαραδιά (δεν υπάρχει δεκάρα στο σπίτι). Οι μικροφαμελιές αγωνίζονται στους κάμπους και στα βουνά για το ψωμί τη φαμελιάς. Έχουν έξι κι οχτώ και δέκα παιδιά. Όλα μικρά. Τι θέλουν να φάνε αυτά; Και να δουλεύει ένας μόνο. Ο πατέρας τα κουβαλάει σαν η γάτα τα γατάκια της, το φθινόπωρο στον κάμπο. Τους φκιάνει μια καλύβα με σάλωμα, με μια πορτούλα μόνο, χωρίς παράθυρο, πάντα γεμάτη καπνό, πάντα γεμάτη σκόνες. Εκεί πάνω στο χώμα, σε 8-10 τετραγωνικά μέτρα χώρο, ζει όλη η φαμελιά, πάντα με το φόβο να πεταχτεί καμιά σπίθα και πάρει φωτιά η καλύβα και να καούν μέσα! Πολλά τέτοια δυστυχήματα έχουν γίνει. Και δεν είναι μόνο η διαμονή. Είναι η περιπέτεια του δρόμου: 4-5 μέρες πεζοπορία και φορτωμένη όλη η οικογένεια ως το παιδάκι των πέντε χρονών. Αν έχουν την τύχη να τους πάρει στο δρόμο η βροχή ή το χιόνι, είναι να τους κλαις. Πολλές φορές, έγκυες γυναίκες, εκεί που προχωρούν, έρχεται η ώρα τους να γεννήσουν. Σε κάποια σπηλιά, κάτω από ένα δέντρο… Γεννούν! Κάθονται λίγο, τυλίγουν πρόχειρα το παιδάκι, το βάζουν στην ποδιά τους, και συνεχίζουν την πορεία, με το φόρτωμα στην πλάτη και το μωρό στην ποδιά…
Αυτοί που καταφέρνουν και μένουν στον τόπο τους, κι ας τρώνε μόνον μια φορά τη μέρα, θεωρούνται ευτυχείς. Άλλες γυναίκες θέλουν να δώσουν κουράγιο στις πολυβασανισμένες που φεύγουν για τον κάμπο το χειμώνα.
-Αϊ, ώρα καλή σ’ Κώστινα μ’ κι καλό χ’μώνα, Να, πέντ’ έξ’ χρόνια, όσου να τραπιλώσ΄νι (μεγαλώσουν) τα πιδιά σ’ κι ύστιρα θα ξανασάν’ς κι συ.
Κι άλλη με μεγάλα παιδιά, που φεύγει κι αυτή, γιατί τα κορίτσια της τώρα θέλουν προίκα και προικιά και που δε βρίσκει δουλειά στο χωριό να τα ετοιμάσει, λέει:
-Αξ’νανι (μεγάλωσαν) τα πιδάκια μ’ – αβγάτ’σαν (έγιναν περισσότερα) τα φαρμάκια μ’.
Πολύ δύσκολο να παντρέψει κόρη ο φτωχός. Μεγάλο αγώνα κάνει όλη η φαμελιά να αποκαταστήσει το κορίτσι. Και συχνά λένε: «’Όποιους δεν πάντριψι κουρίτσ’ κι δεν έχτ’σι σπίτ’, τίπουτα δεν ξέρ’».
Εδώ κάθε οικογένεια κερδίζει το πολύ από 1000 ως 4000 δραχμές το χρόνο. Με ότι θα βγάλει το χωράφι, από ένα-δυό ως τρία στρέμματα, με τα λίγα γίδια, 10-20 και με τα λίγα μεροκάματα 30-40 το χρόνο, που θα πάει στον κάμπο να τα δουλέψει, γιατί εδώ θα υπάρχουν ελάχιστες δουλειές, μ’ αυτά τα έσοδα πρέπει να ζήσει. Μ’ αυτά θα αγοράσει το ψωμί της, το λίγο λάδι, τα τσαρούχια, τα ρούχα, λίγη ροδοζάχαρη να βρίσκεται για φάρμακο, καμιά ρέγγα το φθινόπωρο και κάνα κομμάτι μπακαλιάρο του Βαγγελισμού, που το καλεί η μέρα να τρώνε ψάρι, νάχει και για το δίσκο και για τα όργανα στο παγκύρ’.
Κρέας θα χορτάσει τα Χριστούγεννα, αν έχει γουρούνι και τη Λαμπρή. Πολλές φορές με αστεία διασκεδάζουν τη φτώχεια τους.
«Χρ΄στού-Λαμπρή κρέας, Χρ’στού Λαμπρή κρέας, του βακιστήκαμι»….
Κι όλο λένε στους ανύπαντρους:
-¨Αϊτι, τι κάν΄ς Θανασούλα; Δε θα φάμι κάνα κουψίδ’ φέτου; (δηλαδή στο γάμο του).
Κι άμα παντρευτεί ο Θανασούλας χαλάει ο κόσμος. Και φαγητό και γλέντι. «Ας πιούμι απού κανένα κι ας φέρουμι κι κανιά γυρβουλιά να ξιχάσουμι τα βάσανά μας…» Και δε έχουν άδικο.
Οι γάμοι γίνονται συνήθως το Φθινόπωρο που βράζει ο μούστος και είναι και κάπως παχιές οι γίδες. Στο γάμο μερικοί τρώνε για πολλές μέρες. Υπάρχει άφθονο φαγητό, γιατί ο καθένας φροντίζει στο γάμο του να τα «κάνει θάλασσα».
Ο Φλεβάρης κι ο Μάρτης είναι οι χειρότεροι μήνες για τους φτωχούς. Ότι πήραν από τα χωράφια, το λίγο βούτυρο που περίσσεψε, το λίγο τυρί, όλα σώνονται. Οι τροφές για τα ζώα κι αυτές λίγες. Αν έρθει οψιμοχειμωνιά… αλίμονο! Υποφέρουν σκληρά. Ύστερα και τα πιο πολλά σπίτια στο χωριό, είναι κακοφκιαγμένα, χωρίς ταβάνι, χωρίς παράθυρα με τζάμια, χωρίς κρεβάτια, χωρίς σκεπάσματα αρκετά. Ψυγεία αληθινά. Δεν περισσεύει απ’ το ψωμί για το σπίτι. Ό,τι μπορεί κανείς κάνει μόνος του. Κείνος που δεν είναι άξιος και δεν έχει λεπτά να πληρώσει τεχνίτη, υποφέρει πολύ το χειμώνα. Είναι τόση η φτώχεια, η δυστυχία κι η αναπαραδιά σε μερικές ιδίως φαμελιές, που δεν περιγράφεται. Η μεγαλύτερη χαρά στο χωριό είναι να βρίσκεις δουλειά. Οι εργάτες παρακαλούν να τους προτιμήσεις. Αν υπήρχε εργασία, το χωριό θα είχε ζωή, κέφι, γέλιο, ενθουσιασμό, προκοπή. Και το χωριό όλο φωνάζει: «δώστε μου δουλειά να ζήσω».
Να ιδούμε, θ’ ακουσθεί η φωνή του, έστω και τώρα;».
(Από ένα παλιό βιβλίο του Γιάννη Βράχα με τίτλο: «Έτσι ζούμε στο χωριό μας – Ψιανά Ευρυτανίας», Αθήναι 1964).  
Advertisements