Συνέβη να παραστώ σε μια πολύωρη ένθερμη συζήτηση-διαφωνία δύο γνωστών μου, με θέμα, τι άλλο, την κρίση. Η συζήτηση αυτή, που νομίζω πως αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι, ήταν οπωσδήποτε πολύ πιο «ανεβασμένη» από άλλες παρόμοιες προγενέστερες, παρά τις «αδυναμίες» της. Δεν μπορώ να πω ότι ειπώθηκε κάτι εκπληκτικά πρωτάκουστο. Οι δύο συνομιλητές εξέφραζαν γενικά δύο βασικές τάσεις στο ζήτημα.

Η μία είναι η «κλασσική», η συνήθης. Επικεντρώνεται στην πανθομολογούμενη διαφθορά του κράτους, στα διαπλεκόμενα συμφέροντα, την επερχόμενη παγκοσμιοποίηση, στην παραλυσία ή αδιαφορία όσων επωμίζονται κάποια δημόσια ευθύνη. Ο εκφραστής της υποστήριζε ότι ο λαός έχει υποστεί ολομέτωπη και οργανωμένη επίθεση, με συνέπεια την απώλεια της δυνατότητας αντιδράσεως, διανοητικής και πολύ περισσότερο έμπρακτης.

Φυσικά ισχύουν όλα αυτά, οι αποδείξεις είναι πλέον ατράνταχτες. Αλλά μήπως προσπαθώντας με τέτοιο τρόπο να υποστηρίξουμε τον λαό, τελικά τον υποβαθμίζουμε; Ο λαός ώφειλε να αντισταθεί. Κι αν δεν το έκανε ως τώρα, ας το κάνει στο εξής. Η τελική ευθύνη είναι δική του. Δέχομαι ότι μας στήσανε μελετημένη παγίδα. Αλλά γιατί εμείς έπρεπε να πάρουμε φόρα και να πηδήσουμε μέσα; Θα τολμούσα να συγκρίνω την ευθύνη μας στην σημερινή κατάσταση με εκείνη του Πιλάτου στην καταδίκη του Ιησού. Είχε τον τελευταίο και καθοριστικό λόγο.

Ο έτερος συνομιλητής υπεστήριζε μια ολοένα και δημοφιλέστερη άποψη, που συνοψίζεται στο «εμείς φταίμε για όλα». Με εντυπωσίασε αρχικά η τοποθέτησή του, αλλά στην πορεία διαπίστωνα διαρκώς μικρές αδυναμίες και αντιφάσεις στα επιχειρήματά του. Πρώτη και βασική αδυναμία ήταν ότι όταν έλεγε «εμείς» (φταίμε) έβγαζε έντεχνα απ᾿  έξω τον εαυτό του, εκφράζοντας τελικώς μια κεκαλυμμένη υπεροπτική απαξίωση προς τον ελληνικό λαό. Νομίζω πως μια τέτοια αντιμετώπιση δεν δείχνει πνευματική υγεία και συνεπώς δεν υπάρχει περίπτωση να φέρει ευεργετικά αποτελέσματα. Χρειάζεται επιτέλους να αναλάβουμε την ευθύνη για ό,τι συμβαίνει, προτρέποντας μάλιστα έτσι με το ίδιο μας το παράδειγμα και τους άλλους. Όλοι συμφωνούν πλέον ότι η κρίση είναι πρωτίστως ηθική-πνευματική και το οικονομικό είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Συνεπώς το μόνο ζητούμενο είναι η αναγέννηση της κοινωνίας. Και η κοινωνία είναι οι άνθρωποι: εγώ, εσύ, εμείς…

Το δεύτερο πρόβλημα που διέκρινα στην επιχειρηματολογία του θα το χαρακτήριζα «ιδεολογικοπολιτικό». Τον γνώριζα ως αρκετά προσηλωμένο Πασοκτζή, που μέχρι πρότινος ανεκάλυπτε πάντοτε μια μυστική και εμπνευσμένη προοπτική ή έστω μιαν επαρκή δικαιολογία για όσα καταμαρτυρούνται στο κόμμα αυτό και στην οικογένεια Παπανδρέου ειδικότερα. Παρατήρησα λοιπόν στην όλη συζήτηση, ότι οι ευθύνες που επέρριπτε στον λαό ήταν η αντίδρασή του στις ευθύνες που οι περισσότεροι (εμμέσως πλην σαφώς και ο συνομιλητής του) επιρρίπτουν στο Πασόκ. Έχοντας πλέον αποδεχθεί την απογοήτευση από το πολιτικό-κομματικό κατεστημένο και συνειδητοποιώντας το ανόητον οποιασδήποτε επιπλέον δικαιολογίας, μη διαθέτοντας όμως (τουλάχιστον προς το παρόν) και το σθένος να παραδεχθεί ότι επί 35 χρόνια πίστευε σε μιαν απάτη και ουτοπία, ότι λάτρεψε ως ημίθεους μερικούς τυχοδιώκτες, ότι με την ψήφο του και την στάση του συνέβαλε και ο ίδιος στην κατρακύλα, ρίχνει όλο το βάρος στον λαό, έτσι απρόσωπα, ανώδυνα, ανειλικρινώς, μάλλον αλαζονικώς, με πρόσχημα φιλοσοφικό, ηθικό, πνευματικό.

Όμως, αντισταθμίζοντας όλα αυτά, επανέρχομαι ότι η συζήτηση αυτή μου άφησε μια αισιοδοξία. Μόνο το γεγονός ότι δεν εξετράπη ουδόλως σε μικροκομματικές αντιπαραθέσεις είναι άκρως ενθαρρυντικό, ιδίως για όσους έζησαν τους φανατισμούς της δεκαετίας του ᾿80 και ᾿90 μεταξύ Πασόκ και ΝΔ. Και πέρα από τα προβληματικά της σημεία, διέθετε αξιόλογη διείσδυση στην ουσία πολλών κοινωνικών φαινομένων. Διαισθάνομαι ότι τα πρώτα ευεργετικά αποτελέσματα της κρίσεως έχουν κιόλας εμφανιστεί. Ότι ήδη υπάρχει αλλαγή στην Ελλάδα και ότι θα υπάρξει μεγαλύτερη. Μήπως πετάω στα σύννεφα;

Advertisements