Κυριακή βράδυ. Πρωτομηνιά. Αυτή η ανοιξιάτικη δροσούλα είναι σε μια πολύ εντάξει θερμοκρασία γι’ αυτό δεν νιώθεις άσχημα, ούτε σκας, ούτε ντύνεσαι σαν κρεμμύδι για να μην ξεπαγιάζεις. Οδός Ερμού. Ο γνωστός δρόμος με τις αγορές που ενώνει το Θησείο με το Σύνταγμα. Διάφοροι τύποι στήνουν τα μουσικά τους όργανα εκεί και παίζουν με τις ώρες μελωδίες και τραγούδια. Μια παρέα κατεβαίνοντας την οδό στ’ αριστερά και ανεβαίνοντάς τη στα δεξιά, έχει στήσει όχι μόνο τα όργανα κι όλα αυτά τα τσιτσιμπράγκαλα, αλλά ένα πηγαίο γλεντάκι.

Ο Γιώρης παίζει κιθάρα, Ο Σάκης βιολί, ο Θάκης στα κρουστά, ο Περδί μπουζούκι, ο Δάκης κιθάρα και οι υπόλοιποι συμμετέχουν σε όλο αυτό το πανηγυράκι  με μαράκες, φωνές, ντέφι και δυνατό κέφι. Εκλεκτοί και αγαπητοί φίλοι. Ήρθαν κι οι μπύρες! τα κουτάκια αρχίζουν να αδειάζουν κι οι καρδιές να γεμίζουν. Ωραία τραγούδια, ωραίες μελωδίες, ωραίες στιγμές. Ανεβοκατεβαίνει κόσμος. Κοντοστέκεται σε αγαπημένα τραγούδια και σιγοτραγουδά. Μια κοπέλα στέκεται και ψιθυρίζει τα λόγια αμήχανα, αλλά φαίνεται να τα ζει. Κάτι της θυμίζουν, έχει συνδυαστεί  το τραγούδι με κάποιο γεγονός. Αλήθεια, τραγουδάμε και το μυαλό ταξιδεύει στο παρελθόν; τραγουδάμε επειδή συμφωνούμε με τα λόγια λόγω εμπειριών ή απλά εκφραζόμαστε και χαιρόμαστε το παρόν; όλα μαζί! Έλα πιο κοντά μη ντρέπεσαι! χαμογελά και πλησιάζει. Χώνει το χέρι στη τσέπη βγάζει κάτι φράγκα τα αφήνει στο ορισμένο σημείο με ευλάβεια, δεν τα πετά, σα να μας ευχαριστεί και συνεχίζει το δρόμο της! Μετά από λίγο δυο καλοντυμένες κυρίες ανεβαίνουν το δρόμο και σταματούν. Παίρνουν τηλέφωνο στο κινητό και συνδέουν την άλλη άκρη της γραμμής με το live. Μετά αρχίζει η μία να χορεύει και πριν φύγουν λέει μη στεναχωριέστε για τίποτα! οι ευαίσθητοι πρέπει να μάθουν να τα γράφουν αυτά που τους λυπούν. Λέτε να είπε λείπουν και η μπύρα που έπινα να άλλαξε τον τόνο; πάντως και τα δύο έχουν απλή βαθιά σοφία. Φεύγουν. Κι αρχίζει το επόμενο τραγούδι…για δέστε όλοι τον ακροβάτηηη που τραμπαλίζεται! η άλλη τρέχει και   γυρνά πίσω και στέκεται εκεί με έκσταση. Και αποχωρώντας ξεστομίζει! να κρατάτε κόντρα παιδιά! έχει κόστος αυτό! εμείς το έχουμε ζήσει…Το βλέμμα μου κλέβει μια φωτεινή επιγραφή απέναντι διαγώνια που αναβοσβήνει ώρα τώρα αλλά δεν την είχα προσέξει ως τώρα. Αγορά χρυσού, δάνεια! και μου φαίνεται τόσο ξένη τόσο άσχετη τόσο παράταιρη! πόσο ασφαλής είσαι όταν μαζεύεις χρυσό που δεν απειλείται να κλαπεί, άρα και δεν χρειάζεται να το καταθέσεις σε τράπεζες, ούτε να το πουλήσεις  για να πλουτίσεις ή να ξεχρεωθείς. Μια νύχτα αλλιώτικη. Πολύ αληθινή. Τόσο ξεκούραστη! τόσο δυνατή στο τώρα. Θύμισε ζωή φερμένη από την κοινωνία του «πάντα», από το νυν και αεί. Ήταν πρωταπριλιά και δεν ήταν ψέμα!

Κλείνει μ’ αυτό το τραγούδι: Πώς να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου; Ο ουρανός δικός μου η θάλασσα στα μέτρα μου. Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ’άλλα μάτια; Στα ηλιοσκαλοπάτια Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω…Στου βούρκου μέσα τα νερά ποια γλώσσα μου μιλάνε αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά;

Και εις άλλα με υγεία τόσο στα μυαλά όσο και στα σώματα Δώθε Κείθε!

Advertisements