Βρέθηκα σε μια κηδεία. Μη φτύνεις τον κόρφο σου. Μπροστά από έναν άνθρωπο που πέρασε τα χρόνια του κι έφυγε. Με συγκλόνισε το μεγαλείο της προσωπικότητάς του. Έτσι ανα πάσα στιγμή μπορεί να φύγει από κοντά μας ένας σπάνιος άνθρωπος. Μιλούσα με ένα πρόσωπο κι με έλεγε πως κοιτάει την φωτογραφία του γονιού και ακόμη μετά από τόσα χρόνια είναι άγνωστος ο πατέρας. Ο πατέρας ταξιδεύει. Λίγες φορές έχει την πολυτέλεια να τον ζει.

Σαν φεύγουν από δίπλα μας άνθρωποι που τους ζήσαμε λίγο ή πολύ εστιάζουμε ξανά στο ίδιο συμπέρασμα. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να στεναχωριέσαι για ασήμαντα τελικά πράγματα. Συρρικνώνονται τόσο πολύ μόνο όταν τα σκεπάζει ο ίδιος ο θάνατος, η αρρώστια ή η υποψία τους. Μεγαλώνουν ή μικραίνουν ανάλογα με το δικό μας χειρισμό αρκετές φορές.

Κάποια συμβαίνουν μια φορά, ή περνάνε στην ιστορία μας κι έχουν τη δική τους θέση ως γεγονότα στη πορεία μας. Γι΄αυτό αξίζει όσο γίνεται κι όσο μπορούμε να τα ζούμε σε πληρότητα. Βέβαια σκεπτόμενοι συνεχώς το ύστερα χάνουμε το εδώ και το τώρα και κατα συνέπεια και το ύστερα.

Όταν κάποιοι φεύγουν…εκτιμάμε τότε πολλά μικρά μικρά πραγματάκια που όταν τα είχαμε αδιαφορούσαμε ή τα θεωρούσαμε δεδομένα. Εκτιμάμε ακόμη πόσο μεγάλα πράγματα ζήσαμε που δεν τα πήραμε έτσι και χαμπάρι.

Σε κάθε κηδεία που βρίσκομαι έρχομαι αντιμέτωπος με το πλούσιο παρελθόν ενός συνανθρώπου κι επαναπροσδιορίζομαι, βάζω νέους στόχους όχι τόσο υλικούς όυτε ηθικούς, αλλά απλούς κι αληθινούς. Σε κάθε νεογέννητο μωρό που αντικρίζω βλέπω την δύναμη της προοπτικής του.

Σε κάθε φίλο που τον παρατηρώ προσεχτικά βλέπω αυτές τις δυνατότητες να σταθεί και να τοποθετηθεί έτσι σε τούτη εδώ τη σφαίρα γη που γυρνά αδιάκοπα μέρα και νύχτα ώστε να γίνεται ένα φωτάκι ταπεινό ένα κεράκι που λιώνει και φωτίζει, που καίει σιωπηλό και εμπνέει. Και ξανα η θέληση γιγαντώνεται και θεριεύει ώστε αφενός να μη γλιστρά άλλη ζωή από τα χέρια μου, αφετέρου να σέβομαι περισσότερο όσα έχω από το πρωί που θα ξυπνήσω ως το βράδυ που θα πλαγιάσω γιατί δεν ξέρω αν θα ξανα ξυπνήσω.

Θυμόταν ο συγγραφέας ενός βιβλίου τη γιαγιά του που κάθε μέρα άναβε το καντηλάκι στο εικόνισμα. Η κόρη της μια μέρα της λέει, έλα μώρε μάνα κάθε μέρα χαλάς το λάδι! κι η γριά απαντά: » Έτσι ευχαριστώ το Θεό για το λάδι που μας δίνει». Δεν το μιζέριαζε! πρόσφερε το καλύτερο που είχε σ’ Εκείνον που της το έδινε απλόχερα. Σήμερα, στην εποχή της άρπα κόλα και του φαστ φουντ πού καιρός για λεπτομέρειες που καλλιεργούν τον άνθρωπο; Γρήγορα να τελειώσουμε το ένα για να αρχίσουμε το άλλο και τα πάντα είναι μέτρια.

Ευχαριστώ το Θεό γι΄αυτούς τους ανθρώπους που λίγο γνώρισα. Για τους σπάνιους ανθρώπους που μας δίνει! Για τους αγίους ανθρώπους που χαρίζει ώστε να μη λησμονάμε να κοιτάμε τον ουρανό! να λειαίνουμε αθόρυβα σταδιακά τον δύσκολο εαυτό.

Advertisements