Πέντε χρόνια δούλευα στην ίδια δουλειά. Πέντε χρόνια το ίδιο δρομολόγιο κάθε πρωί. Ξεκίναγα από το σπίτι μου το οποίο βρίσκονταν κάπου στο κέντρο της Αθήνας,  διέσχιζα μεγάλες λεωφόρους με το τρόλευ, περπατούσα στα ίδια πεζοδρόμια, η ίδια διαδρομή, οι ίδιες εικόνες.

Πέντε χρόνια  στο ίδιο στενό δρομάκι συναντούσα τον ίδιο άνθρωπο, την ίδια ώρα, το ίδιο σκηνικό. Ήταν  ένας από τους χιλιάδες άστεγους αυτής της πόλης που είχε μετατρέψει ένα μικρό κομμάτι από το πεζοδρόμιο σε μόνιμό του σπίτι.

Ήτανε γύρω στα τριάντα με μακριά μαλλιά και γένια Κάθονταν  πάνω σε χαρτόκουτες, τυλιγμένος με παλιές κουβέρτες και κουρελιασμένα υφάσματα, είχε πάντα σκυμμένο το κεφάλι και θαρρείς πως κάτι μουρμούριζε συνέχεια κάτι σαν προσευχή να έβγαινε από τα χείλη του. Όταν καμιά φορά σήκωνε το βλέμμα του και τύχαινε να ανταμωθούνε οι ματιές μας το πρόσωπό του γλύκαινε μεμιάς, χαμογελούσε για λίγο και πάλι έσκυβε το κεφάλι σαν να ήθελε στην προσευχή του να γυρίσει.

Βίοι παράλληλοι στην ίδια πόλη μα τόσο διαφορετικοί. Από τη μία ο άνθρωπος που φαινομενικά τα έχει όλα και από την άλλη ένας απόκληρος ετούτου του κόσμου, ένας θα έλεγε κανείς « αόρατος άνθρωπος».

Κυλούσαν έτσι οι μέρες ώσπου ένα πρωί περνώντας από το γνωστό σημείο κάτι έλειπε από την εικόνα που συνήθιζα να βλέπω. Μα βέβαια! Έλειπε εκείνος ο άνθρωπος με τα κουρελιασμένα ρούχα. Ανησυχία  με έπιασε μεμιάς. Ρώτησα ένα φίλο μου που διατηρούσε κατάστημα στην περιοχή μήπως τον είδε τελευταία ή μήπως έμαθε τίποτα γι’ αυτόν. Κάποιος κύριος είπε πως τον βρήκανε τα ξημερώματα νεκρό από το κρύο κουλουριασμένο στις κουβέρτες του.

Τόσα χρόνια τον έβλεπα κάθε πρωί. Τόσα χρόνια σαν να ‘θελα για λίγο να σταθώ κοντά του δυο λόγια μόνο να του πω κι ‘όμως τίποτα. Τόσα χρόνια και όμως η περηφάνια μου και η αδιαφορία  μου ποτέ δεν με άφησαν μια λέξη να του πώ. Τόσα χρόνια χαμένες ευκαιρίες που πάντα χώραγαν αναβολή για ένα μέλλον που τόσο σίγουρα είχα καθορίσει.

Αόρατε άνθρωπε για τους πολλούς τώρα που έφυγες δυο λόγια θέλω να σου πω! Συγνώμη που δεν κατάφερα ποτέ έστω και ένα ποτήρι νερό να σου προσφέρω, συγνώμη που δεν σε ρώτησα ποτέ το όνομα σου στη ζωή ποιο ήταν, συγνώμη που δεν άκουσες ποτέ τον ήχο της φωνής μου.

Αόρατε άνθρωπε για τους πολλούς σ’ ευχαριστώ που έκανες για λίγο την ψυχή μου να σκιρτήσει. Χρόνια τώρα την νόμιζα νεκρή!

Αόρατε άνθρωπε αν γίνονταν ο χρόνος πίσω να γυρίσει θα ‘θελα αγκαλιασμένοι να βαδίσουμε το μονοπάτι της ζωής!

Το παραπάνω κείμενο είναι αποτέλεσμα μυθοπλασίας ή μήπως τελικά δεν είναι!

ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ

Advertisements