(… συναισθήματα ενός ηλικιωμένου αντρόγυνου… πλοκή αγάπης και νοσταλγίας)

του Δημητρίου Χατζή

απο το βιβλίο “Ανυπεράσπιστοι” (διηγήματα)

Στο τέλος τους το κλείσανε το μικρό τους «Χαρτοπωλείον ο Πάπυρος», τους βγάλανε στο σφυρί, και το σπίτι το πήραν. Δεν έμεινε τίποτα. Τότε πιά, ύστερα απο την καταστροφή, συγγενείς και φίλοι πέσαν με τα μούτρα να του βρούνε μια θέση, κάποια δουλειά, να μην πεθάνουν της πείνας τα δύο γερόντια. Έτσι γίνηκε και σε λίγο ο Παντελής διορίστηκε φύλαξ των αρχαιοτήτων κ’ επιστάτης του μουσείου της πόλης τους.    Το μοναδικό τους παιδί, μια κόρη, παντρεμένη και φευγάτη πια απο καιρό, βοήθησε λίγο τον καιρό της αγωνία – όσο μπορούσε, δεν είχαν παράπονο. Τώρα ησύχασε κι αυτή που βολεύτηκαν.
Βολεύτηκαν! στριμώχτηκαν οι δυό τους στη χαμοκέλα που νοίκιασαν. Θα ζούσανε πια με το μικρό μιστό του επιστάτη και φύλακα του μουσείου. Όλα τα χρόνια της αγωνίας η Μαριάννα δεν είπε τίποτα, δεν παραπονίοταν, δεν έκλαιγε, δεν φαινόταν να την φοβάται την καταστροφή που αναπόφευκτα ερχόταν. Ήταν ήμερη, γαλήνια ΄ έμμεινε έτσι και τώρα. Αυτός. δεν το μπόρεσε να προσαρμοστεί μετά τον Πόλεμο, έδειξε ύστερα μεγάλη δραστηριότητα. Πάσκισε πάρα πολύ για το μαγαζί ΄ για το σπίτι, κάτι να σώσει, να μην τους πάρει ολότελα το ποτάμι.  Τους πήρε.  Και μόνο τότε, σαν ήρθε το τέλος, το δέχτηκε πια με την γαλήνη της Μαριάννας κι αυτός , σαν να το ήθελε, να το περίμενε πιά – μιά γαλήνη που πήγε μέσα για μέσα στα κουρασμένα του κόκαλα.
Πήρε τον πρώτο μιστό, πήρε και τον δεύτερο, και για την δουλειά που τον πλήρωναν πολλά πράγματα δεν ήξερε ακόμα. Το «αρχαιολογικό & εθνικό μουσείο» της πόλης τους δεν υπήρχε πουθενά.
– Περίμενε λίγο, του είπε ο δήμαρχος, θα το φκιάσουμε γρήγορα.

Στην κορφή του λόφου, που στεκόταν πάνω  απο την πόλη, ήταν το κάστρο της με τα τειχιά του μισογκρεμισμένα. Το λόφο τον ήξερε και πολύ καλά μάλιστα΄ τον αγαπούσανε πολύ με την Μαριάννα και στα πρώτα τους χρόνια πηγαίνανε αλλά & ύστερα και στα χρόνια της δυστυχίας ανεβαίνανε κάποτε. Οι αρχαιότητες πρέπει να ήταν τα ρημάδια που βρισκόντανε μέσα σ’ αυτό, πνιγμένα στ΄ αγκάθια και στις τσουκνίδες. Για την ώρα, μαζί με τον διορισμό τον δικό του, κλείσαν ένα γύρω τις πόρτες του κάστρου με κάτι παλιό συρματοπλέγματα κι αφήσανε μιά μονάχα. Της βάλανε μιά μικρή καγκελόπορτα σιδερένια και λίγο πιο μέσα στήσαν και του Παντελή μια παράγκα. Του δώσανε και εισιτήρια να κόβει.

Ο Παντελής, τακτικός, ανέβαινε κάθε πρωί, και. δεν ήξερε τι να κάνει. Άρχισε απο μόνος του και καθάριζε τα δρομάκια μέσ’ απ τα χαλάσματα- κάπου κάπου φαινόταν απο κάτω το παλιό πλακόστρωτο. Ήταν άνοιξη – καθάρισε έναν τόπο, φύτεψε κάτι λουλούδια, ανέβαινε κάποτε εκεί & η Μαριάννα, φκιάχνανε καφέ στη παράγκα κοιτούσανε μαζί τα λουλούδια – το βραδάκι κατέβαιναν μαζί. Την Κυριακή ερχόταν και κάτι επισκέπτες, γυρίζανε λίγο μες στα χαλάσματα, τα κοιτούσανε, πολύ γρήγορα τα βαριόντανε, δεν είχαν τι να δούνε, στέκονταν ύστερα, κοιτούσανε λίγο την πόλη –  και δεν ήταν άσχημη απο εκεί.

Όλα βολεύτηκαν έτσι. Το καλοκαίρι η Μαριάννα τα ‘κλεισε τα μάτια της και φαινόταν να τα ‘κλεισε ησυχασμένη. Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό & ευχαρίστησε το  Θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε. Ο καιρός της ταραχής και της λύπης είχε τελειώσει για αυτόν.  Ήσυχα περνάει εκεί πάνω την ημέρα του, με τα λουλούδια, με τους δρομάκους που καθαρίζει, τους λιγοστούς επισκέπτες. Η μνήμη δεν είναι πικρή, δεν είναι σκληρή. Δεν υπάρχουν ένοχοι, αιτίες, ευθύνες΄ και δεν υπάρχουν τύψεις. Είναι όλα μιά θάλασσα, μουντή κατά την ώρα που σουρουπώνει, δεν έχει κύματα βογκητό. Ύστερα ανάβουν τα φώτα κάτω στην πόλη. Στέκεται λίγο και τα κοιτάζει. Κλειδώνει τι παραγκούλα (τι να κλειδώσει;) και παίρνει σιγά – σιγά το μονοπάτι του λόφου. Η Μαριάννα είναι δίπλα του, καθώς κατεβαίνει. Ο ίσκιος της είναι και μέσα στη χαμοκέλα -καλόγνωμος ίσκιος. Όλα είναι μέσα στη μεγάλη γαλήνη της παραίτησης, της παραδοχής. Παραπέρα δεν είναι τίποτα. Ο θάνατος μόνο. Και κάπως έτσι κι ο θάνατος, σαν ένα βράδυ που δεν θ’ άναβαν τα φώτα κάτω στην πόλη – τόσο μονάχα.
Απο τον Αύγουστο ένα νέο πρόσωπο μπήκε στη μέση….

Ήταν ο νέος γυμνασιάρχης στο Τρίτο Γυμνάσιο της πόλης. Ανέβηκε στο κάστρο, βρήκε τον Παντελή στην παράγκα του. Αν αυτός ήταν ο φίλαξ εκεί ο γυμνασιάρχης ήταν ο έφορος των αρχαιοτήτων! Έφερε ένα γύρω στα χαλάσματα -από πίσω και ο Παντελής- στάθηκε, τα κοιτούσε, τα ξανακοιτούσε, στάθηκε λίγο και στα λουλούδια του Παντελή και τα παίνεψε. Ο γέρος είχε χρόνια ν’ ακούσει παινέματα και πολύ του καλάρεσαν. Κι ο άνθρωπος του άρεσε -αυτός ο νέος γυμνασιάρχης με το πλατύ του πρόσωπο και τις βιαστικές του κινήσεις. Προτού να φύγει του πε πως θα ‘χουν πολλά να κάνουν οι δυό τους. Ο Παντελής δε μπορούσε να ξέρει τι θα ταν αυτά τα πολλά που θα κάνατε μέσα σε τέτοια χαλάσματα, είπε – μάλιστα, όπως θέλετε σείς κ’ ευχαρίστησε ύστερα το Θεό που  του τον έστειλε αυτόν τον άνθρωπο, να πεθάνει στα χέρια του.

Το σχολειό δεν είχε αρχίσει, ο γυμνασιάρχης ερχόταν πολύ συχνά. Από το Σεπτέμβρη κ ύστερα, ανεβαίνοντας, είχε μαζί του και τρία -τέσσερα αγόρια, καμιά φορά περισσότερα, απ’ το γυμνάσιο. Από το χάλασμα το μεγάλο – ο γυμνασιάρχης είχε πεί πως ήταν παλάτι – είχε απομείνει μιά γαλαρία, στεκόταν ακόμα η σκέπη της και κάτι κοντές χοντροκομμένες κολόνες μπροστά της. Με τα παιδιά μαζί βάλθηκαν και την καθάριζαν -ο Παντελής βοηθούσε και αυτός- πολύ πρόθημα. Άμα τέλειωσαν με το καθάρισμα, φέραν εκεί και τ’ ακουμπούσαν στο τοίχα κομμάτια μάρμαρα, σπασμένες πλάκες, μισές κολόνες -καθετί που μπορούσαν να βρίσκουνε σκορπισμένο ή να ξεθάβουν σκαλίζοντας πάνω κάτω τα μπάζα. Μέσα σε 2-3 βδομάδες η γαλαρία ήρθε και γιόμισε τέτοια, στολίστηκε, και κάθε φορά που βρίσκανε κι άλλα τα φέρναν εκεί και τα βάζανε δίπλα στ’ άλλα. Ο γυμνασιάρχης ύστερα ετοίμασε & γράμματα κεφαλαία. Τις κόλλησε πάνω -οι επισκέπτες της Κυριακής στεκόνταν και τις διάβαζαν- είχανε κάτι να δούνε.
Ο Παντελής τις έμαθε απέξω -μεγάλο νόημα δεν έβρισκε να έχουν. Έμαθε και τ’ άλλα- όπως τα έλεγε ο γυμνασιάρχης. Μιά ιστορία πολύ μπερδεμένη! Ο αυτοκράτορας στο Βυζάντιο. οι Φράγκοι, ένας Ορλανδός, πολύ πόλομος, ξένοι, πολύ σκοτωμός, μιά γυναίκα -του Ορλανδού αυτή- κι άλλη γυναίκα, πόλεμος πάλι, ύστερα οι Τούρκοι, το τέλος ύστερα, χαλάσματα, αγκάθια. Νόημα πολύ δεν έβρισκε και σ’ αυτά. Μπορούσε ωστόσο να τα λέει στους επισκέπτες – τα ονόματα, τους πολέμους, τα χρόνια. Έμαθε και το παλάτι. Ο γυμνασιάρχης του το ‘δειχνε σα να ‘ταν μπροστά του, ολόρθο ακόμα – καμάρες, μπαλκόνια, τις γκρεμισμένες του πόρτες. Πίο πέρα κι άλλος σωρός απο πέτρες. Ένα κομμάτι τοίχος στεκόταν ακόμα, κάτι κεραμίδια φαινόντανε πάνω στον τοίχο, σχήμα καμάρας. Ο γυμνασιάρχης μπορούσε να δείχνει και εκεί μιά μεγάλη εκκλησία – και πολύ σπουδαία, όπως έλεγε. Πίστευε πως την άνοιξη θα την είχανε μια μικρούλα πίστωση για κανονικές ανασκαφές – μπορεί να ‘ρχότανε κι ο ο Ορλανδός ο ίδιος!
– Δύο Ορλανδοί λοιπόν; ρώτησε ο Παντελής.
– Άλλος Ορλανδός αυτός, είπε ο γυμνασιάρχης και γελούσε πολύ. Είπε μάλιστα πως εξάπαντος θα του το ‘γραφε… Γέλασε ο Παντελής με τους Ορλανδούς που γίνανε δύο.

Ανυπόμονος άνθρωπος είταν αυτός ο γυμνασιάρχης. Δεν ήθελε να περιμένει την άνοιξη με την πίστωση για κανονικές ανασκαφές – όλο κ ερχόταν και κάτι θα σκάλιζε με τα μαθητούδια του.

Ήτανε Πέμπτη τ’ απόγευμα – ο Οκτώβριος είχε μπεί, οι βροχές δεν είχαν αρχίσει. Ο Παντελής τους είδε κι ανέβαιναν. Ήταν όλο το γυμνάσιο αυτή τη φορά, ένας μικρός στρατός και χαρούμενος, φωνακλάδικος, με κασμάδες και φκυάρια στον ώμο και το γυμνασιάρχη στη μέση.

– Κακούς σκοπούς έχετε σήμερα, είπε ο Παντελής.
– Κακούς, είπε κι ο γυμνασιάρχης και του χτύπησε την πλάτη, όπως συνήθιζε.
Πήρε τα παιδιά και τράβηξε γραμμή πίσω απ’ τη γαλαρία. Πέταξε το σακάκι του, πήρε έναν κασμά, αρχίσανε και τα παιδιά, σκάβανε το μεγάλο σωρό που ‘ταν πεσμένος εκεί, τ’ άλλα φκυαρίζανε, ο σωρός όλο κατέβαινε. Αγκωνάρια καμάρας ξεπροβάλλανε μεσ’ απ’ τα χώματα, τα παίρναν και τα απίθωναν πιο πέρα – άλλο ζητούσαν. Σκάβαν όλο τ’ απόγευμα.

– Θα το βρούμε, έλεγε o γυμνασιάρχης κάθε λίγο και το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο – η βιασύνη του.
Δεν είχε βραδιάσει ακόμα όταν ο Παντελής άκουσε τις χαρούμενες κραυγές τους – όλο το στράτευμα σταμάτησε τη δουλειά. Πήγε κι αυτός κοντά τους να ιδεί. Ήταν μια πλάκα, σχεδόν τετράγωνη, μεγαλούτσικη, βαριά. Τη βγάλανε, τη σήκωσαν – ο Παντελής καθότανε λίγο πιο πέρα, δεν έβλεπε αν είχε τίποτα πάνω.
– Έχεις νερό; τον ρώτησε ο γυμνασίαρχος.
– Στην παράγκα, είπε αυτός και τράβηξε κατά κεί.
Πήγαν όλοι τους πίσω του. Έβγαλε το γκαζοτενεκέ του με το νερό, τραβήχτηκε παραπέρα και τους κοιτούσε. Φέρανε την πλάκα, την απίθωσαν, την γύρισαν ανάποδα και την πλέναν.
– Ο θυρεός τους, είπε ο γυμνασιάρχης κ ήτανε χαρούμενος – ποτέ δεν ήτανε τόσο χαρούμενος με τα χαλάσματα, τα βερσίδια του.
Ο Παντελής δεν ήξερε τι θα πεί θυρεός.
– Ω… το σύμβολο της ευτυχίας, είπε ένα αγόρι.
Όλα τα παιδιά σκύβανε να δούνε και το κοιτούσαν.
– Ωραίο ρομάν, είπε ένα αγόρι με γυαλιά.
– Σώπα, σαχλαμάρα εσύ, είπε ένας χοντρούλης. Καθαρό βυζαντινό, δεν το βλέπεις;

– Τετριμμένα σύμβολα – είπε ένας άλλος μ’ επιδεικτική καταφρόνηση.

Ακατανόητα, αδιαφόρετα πράματα – ο Παντελής στεκότανε παραπέρα και χαιρόταν τη φασαρία τους. Μούχρωνε πια. Ο γυμνασιάρχης φόρεσε το σακάκι του, τα παιδιά μαζεύαν τα σύνεργα. Πήγε τότε κι αυτός, έσκυψε λίγο, κοίταξε την πλάκα. Ένα τετράφυλλο τριφύλλι σκαλισμένο μέσα στο πλαίσιο, πρόβαλλε ανάγλυφο. Το ξανακοίταξε – ανατρίχιασε. Ακούμπησε την πλάτη του στην παράγκα, ύστερα κάθισε στο σκαμνάκι του, δίπλα στην πλάκα.
– Κουράστηκες; είπε ο γυμνασιάρχης.
– Λίγο…
– Έλα μαζί μας….
– Να κάτσω λίγο.
Φύγανε, τραγουδώντας πάλι, γιομίζοντας τον τόπο με τις φωνές τους. Ο Παντελής έμεινε μόνος εκεί στα χαλάσματα, δίπλα στην πλάκα. Το τετράφυλλο τριφύλλι της, φαινόταν ακόμα μέσα στο τελευταίο φως της ημέρας… Εδώ πάνω, σ’ αυτό το λόφο, έξω απ το κάστρο, το ζητούσανε παίζοντας με την Μαριάννα στα πρώτα τους χρόνια. Πολύ της άρεσε να το σκέφτεται κάθε φορά π ανεβαίνανε.
– Έλα, του έλεγε, θα το βρούμε σήμερα το τετράφυλλο το τριφύλλι.
Περπατούσαν πιασμένοι χέρι χέρι. Εκείνη έσκυβε κάθε λίγο, ανάδευε με το άλλο το χέρι της τα χορτάρια, σαν να το ζητούσε στα αλήθεια ανάμεσά τους. Σα να το πίστευε.
– Έλα να το βρούμε …
– Τι να βρούμε, Μαριάννα; … Δεν υπάρχει, το ξέρεις.
– Η ευτυχία όμως;
– Και δεν την έχουμε μείς;
– Την έχουμε, ναί, έλεγε τότε η Μαριάννα. Μα πρέπει να ‘χεί και παραπέρα… Δεν ξέρω πως μπορεί να ‘ναι… Μια άλλη ευτυχία, μιά δεύτερη… Να κάπως έτσι – να φκιάχναμε, λέει ένα σπίτι δικό μας… Και να το χτίζαμε μεις, όπως θέλουμε…
Καθόντανε στο χώμα, πιασμένοι απ τα χέρια. Αυτός δεν ήθελε κι άλλη ευτυχία, την παραπέρα, αυτή τη δεύτερη της Μαριάννας.
– Θα το φκιάσουμε και το σπίτι, Μαριάννα, της έλεγε.
– Και μεγάλο…
– Μεγάλο, Μαριάννα…
– Και πολλά, πολλά λεπτά να ‘χαμε. Ένα μεγάλο «Χαρτοπωλείον ο πάπυρος»
– Κι αυτό Μαριάννα…
– Ναι … Μεγάλο, ξανάλεγε αυτή. και σκέψου… Να τ’ ανοίγαμε, λέει, στην Αθήνα.
Τότε πιά, καθώς έγερνε τ’ ωραίο της κεφάλι της πάνω στον ώμο του, δεν ήθελε να την αφήνει μονάχη της σ’ αυτό το παιγνίδι που τόσο της άρεζε.
– Ναι, Μαριάννα… Μα τότε και το σπίτι θα πρεπε στην Αθήνα, εκί αν το χτίζαμε, της έλεγε.
– Και να φεύγαμε, λές από δώ; Να φεύγαμε ολότελα; Πως μπορεί να ‘ναι τάχα; Πολύ παράξενο θα ναι – και το χέρι της ξέφευγε πάλι, μηχανικά χαίδευε δίπλα της το χορτάρι.
Ήταν τότε παράξενη. Είχε κάτι μέσα στα μάτια της – πότε τα φώτιζε κι άστραφταν πότε βασίλευε και χάνονταν, σα να μην ήτανε τίποτα μέσα στα μάτια της. Ύστερα, σαν πέρασαν τα χρόνια, αγοράσανε το σπιτάκι, δεν το χτίσανε μονάχοι τους. Το μαγαζί τους απόμεινε μικρό. Η Μαριάννα δεν έλεγε τίποτα πιά και δεν ζητούσε το τετράφυλλο τριφύλλι τις Κυριακές που ανέβαιναν στο λόφο. Σώπαινε – είχε σωπάσει η Μαριάννα. Καθόντανε πάλι πιασμένοι απ το χέρι, κοιτούσανε κάτω στην πόλη, μόνο το χέρι της, το ‘νιωθε δίπλα του, χάιδευε, αργά, κουρασμένα, μηχανικά το χορτάρι. Ύστερα ήρθαν τα χρόνια της αγωνίας. Αυτή – δε φαινόταν να φοβάται, να λυπάται πια.
– Δεν το βρήκαμε μείς το τετράφυλλο τριφύλλι, είπε μία φορά. Η φωνή της δεν είχε παράπονο μέσα, δεν είχε στα μάτια της δάκρυα. Άπλωσε το χέρι της, μαραμένο πιά, και του χάιδεψε τα μαλλιά στο ασπρισμένο κεφάλι. Δεν το βρήκαμε μεις…

Τώρα ήταν το εδώ. Σφραγισμένο σ’ αυτήν την πέτρα. Κάτω απ αυτήν – τετριμμένα- »ο Ορλανδός εκείνος, οι πόλεμοι, χρόνια, χαλάσματα», κοιμάται η Μαριάννα του. Λυπημένη.; Η βουρκωμένη θάλασσα της γαλήνης αναταράχτηκε ολάκερη μέσα του. Άπο τον βυθό της ανέβηκε η θύμηση. Ανελέητη. Αιτίες, ένοχοι, τύψεις. Σκοτεινιάζει γύρω. Τα φώτα άρχισαν κι ανάβανε κάτω στην πόλη -ανάψανε και σήμερα. Το χέρι του απλώθηκε στην πετρα – έτσι απλωνότανε δίπλα του και της Μαριάννας το χέρι – πηγαινοέρχεται γύρω γύρω στ’ ανάγλυφο, χαϊδεύοντας τρυφερά-τρυφερά το περίγραμμά του, όσο που νύχτωσε ολότελα.

Συνοδευτικά! Δύο τραγούδια:

Advertisements